καμπάνια ενάντια στην επισφάλεια και στην ανεργία

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

οι συνεντευξεις των πρωταγωνιστων στον Στελιο Κουλογλου





Διονύσης Μαυρογένης


Θέλω να μου πείτε, όταν ήρθατε από την Ιταλία πως από πού ήρθες εσύ και πως βρήκατε το Πανεπιστήμιο; Σε τι κατάσταση ήταν;

Εγώ ήμουν στην Ιταλία το ' 71. Είχα και την εντύπωση ότι άλλη η Αθήνα από κάτω είναι σκαμμένη και γεμάτη όπλα. Αυτή η αντίληψη καλλιεργούνταν σε όλες τις πλατείες της Ιταλίας. Άσε που για πρώτη φορά είχα δει και κόκκινες σημαίες εκεί πέρα γιατί δεν είχα ξανά δει ποτέ μου. Μάλιστα την 21η Απριλίου στην Μπολώνια γιορτάζανε την απελευθέρωση της πόλης από τους Παρτιζάνους. Και πήγαιναν και διάφοροι έλληνες φοιτητές και διάφοροι ξένοι να παρακολουθήσουμε την εκδήλωση. Και είδαμε πια τις κόκκινες σημαίες με τα σφυροδρέπανα και τα τέτοια.

Ήταν όλο κομουνιστικό. Αφού τελείωσε πια αυτή η εκδήλωση εγώ περίμενα να γίνει και καμία Οκτωβριανή επανάσταση. Βγήκαν οι δήμαρχοι και είπαν compania casa. Φύγετε. Και κάποια στιγμή ανακαλύψαμε ότι είχαμε σε μια γωνιά στην πλατεία εμείς οι Πορτογάλοι και οι Ισπανοί. Καμιά πενηνταριά άνθρωποι και κοιτάζαμε την επανάσταση και να ..πηγαίνει σπίτια. Καταλαβαίνετε λοιπόν τι αντίληψη ήταν αυτή που μας είχε καλλιεργηθεί εκεί πέρα.

Όταν ήρθα εδώ η πρώτη μου εμπειρία ήταν όταν πήγα στη σχολή για να γραφτώ. Να υποβάλλω τα χαρτιά μου. Εκεί μου έκανε μια παρατήρηση ένας της ασφάλειας. Γιατί κρατούσα μια εφημερίδα και είχα τσιγάρο στα χέρια μου. Τότε κατάλαβα ότι βρισκόμαστε σε άλλη ιστορία. Πάω μέσα στην σχολή ύστερα και βλέπω τον πρώτο άνθρωπο τον Γιώργο τον Γαβριήλ. Με κάτι μαλλιά ξέρεις από αυτά με ροζ πάνθηρες και αυτά. Λέω αυτός είναι δικός μας. Δικός μας πρέπει να είναι. Του λέω τι γίνεται; Γιατί κάνει παρατήρηση να μην καπνίζει μέσα στην σχολή; Καλά μου λέει. Θα σου πω. Και τότε κατάλαβα πια ότι είχα έρθει σε μια κατάσταση που ήταν αλλιώς από εκείνη που είχα δει στην Ιταλία.

Αυτή ήταν και η πρώτη μου εμπειρία. Λίγο μετά με πλησιάζει ο Γαβριήλ. Και μου λέει πρέπει να συναντηθούμε κάποιοι συνάδελφοι από της σχολή να δούμε κάτι αυτό με κάτι εκλογές. Κάτι παράξενα τέτοια πράγματα. Του λέω τι εκλογές; Έχουμε κυβερνητικό επίτροπο, τέτοια πράγματα εδώ πέρα. Καλά-καλά μου λέει θα στα πω αργότερα μετά. Πήγε και βρήκε και τους άλλους βέβαια και τους είπε ότι έχει έρθει κάποιος που με ρώταγε για Κυβερνητικό Επίτροπο. Και με πλησιάσανε ύστερα για να δούμε τι κάνουμε. Και καταλήξαμε πια σε εκείνη την περίφημη συνέλευση που έγινε στο φαρμακευτικό τμήμα πάνω στην Πανεπιστημιούπολη που εκεί πήγαμε, θυμάσαι νομίζω ήσουνα κι εσύ εκεί.

Με τον Αστικό Κώδικα να τους πείσουμε ότι πρέπει η συνέλευση να εκλέγει Πρόεδρο. Επάνω βέβαια στην έδρα ήταν όλη η ασφάλεια, Κανούσης, Μπάμπαλης, όλοι αυτοί μέσα στην συνέλευση και παρίσταναν ότι δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει Αστικός Κώδικας και τι σημαίνουν αυτά τα πράγματα. Εκεί λοιπόν έγινε η πρώτη αντιπαράθεση. Η οποία διέλυσε και την συνέλευση. Βγήκαμε και φτάσαμε μέχρι το Χίλτον. Αυτή ήταν πια και η πρώτη γνωριμία με τα παιδιά. Δηλαδή οι επαφές και οι γνωριμίες γινόντουσαν κάπως έτσι φιλικά. Στην σχολή την δική μας υπήρχε και η ιδιομορφία των εργαστηρίων. Είχαμε πολλές ώρες μαζί στα εργαστήρια. Κάτι το οποίο δεν συνέβαινε στις θεωρητικές σχολές. Στις θεωρητικές σχολές υπήρχαν οι παρέες αλλά δεν υπήρχε το εργαστηριακό μάθημα να είναι αναγκασμένοι οι φοιτητές να μένουν πολλές ώρες.

Στη σχολή την δική μας λόγω του ότι μέναμε πολλές ώρες στα εργαστήρια το πρώτο ξεκίνημα του να ανακαλύψουμε ποιος μπορεί μια κουβέντα ή να του πούμε ήταν τα κλασικά ανέκδοτα για τον Πατακό. Λέγαμε το ανέκδοτο για τον Πατακό και αυτά που κυκλοφορούσαν για τους Χουντικούς και κοιτούσαμε ποιος γελάει. Τον πλησίαζε άλλος. Κάπως έτσι έσπασε ο πάγος και ξεκίνησε να γίνεται η επαφή με τα παιδιά. Αυτή ήταν κατά κάποιο τρόπο επαφή με την κατάσταση.

Βέβαια υπήρχε και ένα κλίμα με το Γουέμπλεϋ τότε. Διάφορα περί ποδοσφαίρου. Όταν πια φτάσαμε, σε αυτό νομίζω ότι συμμετείχες κι εσύ. Ένα μάζεμα που κάναμε απέναντι από το χημείο για να δούμε πόσοι μπορούμε να υπογράψουμε για να ζητήσουμε την σύγκληση γενικής συνελεύσεως βάσει του άρθρου δεν θυμάμαι τίνος. Και βάλαμε κάτω πόσους ξέρουμε από οχτακόσια μέλη που ήταν η Φαρμακευτική βάλαμε ότι τριάντα μόνο μπορούνε να υπογράψουνε. Και είπαμε παρ’ όλα αυτά το απόγευμα κατά τις έξη να ξεκινήσουμε να μαζέψουμε όλες αυτές τις υπογραφές. Από του Ζωγράφου κυρίως γιατί εκεί μένανε πάρα πολύ.

Τότε που τελικά μέχρι τις επτά το πρωί είχαμε μαζευτεί εξακόσιες υπογραφές. Γιατί το κάθε παιδί κατέβαινε και πατεράδες είχαν κατέβει και είχανε συνοδέψει παιδιά να πάνε στα σπίτια. Ξέρανε και κάποιον άλλο, και κάποιον άλλο και στις εφτά το πρωί είχανε μαζέψει γύρω στις εξακόσιες υπογραφές. Πήγαμε και τις καταθέσαμε τότε για να ζητήσουμε συνέλευση και σηκωθήκαμε και φύγαμε και πήγαμε στον Ωρωπό όλοι. Κι άρχισε η ασφάλεια να καλεί έναν, έναν να αποσύρετε τις υπογραφές. Το θυμάσαι αυτό νομίζω. Δηλαδή έσπασε το κλίμα μέσα σε μια κατάσταση έτσι. Ενώ εκτιμούσαμε ότι θα είναι τριάντα άνθρωποι βγήκαν αμέσως εξακόσιοι. Ήταν πια συσσωρευμένη η κατάσταση. Είχε αρχίσει πια ο κόσμος να...

Είχε αρχίσει και η Χούντα αυτά με τις φιλελευθεροποιήσεις και τα λοιπά και το κλίμα είχε σπάσει. Δεν ήταν αυτή η άγρια τρομοκρατία του ' 68, ' 70. Η πιο μαύρη περίοδος της Χούντας ήταν το ’68. Φυλακές τα γνωστά. Εκεί γύρω στο ' 70 οι άνθρωποι είχαν φτάσει σε αδιέξοδο και έπρεπε να δουν τι θα κάνουν. Εκεί κάπου προσπαθούσαν να ντώσουν την κατάσταση. Μετά ήταν και οι αντιθέσεις τους μεταξύ τους. Ο ένας ήθελε, ο άλλος δεν ήθελε, τα γνωστά ας πούμε. Εκεί ακριβώς σε αυτές τις χαραμάδες χρησιμοποίησε το φοιτητικό κίνημα. Οι διάφορες ανακολουθίες και συμφωνίες των Χουντικών.

Το πώς θα διαχειριστούν πάρα πέρα την κατάσταση. Μετά το ' 71 φάνηκε. Αυτό το πράγμα, τις χαραμάδες που άφηνε η κάθε ιστορία ήταν ότι καλύτερο. Το χαρακτηριστικό δε ήτανε ότι αυτές τις χαραμάδες τις χρησιμοποιούσαμε με νόμιμο τρόπο. Δηλαδή ανοιχτά στον κόσμο. Μέσα στις σχολές και τα λοιπά. Κάναμε δηλαδή νόμιμο συνδικαλισμό αντιχουντικό. Αυτό το πράγμα άλλοι το θεωρούσανε παράνομη πράξη. Αλλά τελικά όταν μας πιάσανε και περάσαμε τις φυλακές και τα λοιπά ότι είχαμε κάνει το ξέρανε όλοι. Γιατί το είχαμε κάνει φανερά. Δεν είχαμε κάνει τίποτα. ʼντε κάποιες επαφές να ήταν άγνωστες, κάποιο βιβλιαράκι, κάποια προκηρυξούλα που θα σου έδινε κρυφά κάποιος. Αλλά γενικά η δράση ήταν φανερή. Δεν ήταν μια δράση δηλαδή ανθρώπων σκοτεινών που ήταν κάτω στα υπόγεια και με όπλα και όλα αυτά. Αυτά ήταν σαχλαμάρες ας πούμε.

Θυμάστε πώς βλέπατε τον άλλο από τα ρούχα;

Ναι αυτό που σου είπα προηγουμένως. Το μαλλί. Ο τρόπος κτενίσματος και κουρέματος. Ο τρόπος ντυσίματος. Τα τζάκετ ήταν όλοι, μια φορά θυμάμαι που μπήκατε εσείς μια ομάδα του δευτέρου έτους φορούσατε μπερέδες. Εσύ ο Λεωνίδας ο Ανωμερίτης, ο Κώστας ο Ξυδιάς και ο άλλος και παριστάνοντας τον Γκε Βάρα. Φανήκατε αμέσως. Δεν μπαίνανε με μπερέ μαύρο στο Πανεπιστήμιο. Αυτό ήταν χαρακτηριστικό για να έρθεις σε επαφή. Ο τρόπος που μίλαγε κανείς ακόμα και τα τσιγάρα που κάπνιζε. Και τα τσιγάρα που δινόντουσαν.

Και αυτό δεν ήταν ότι δεν είχαν λεφτά. Πολλά παιδιά, η σχολή η δική μας και η φυσικομαθηματική ήταν κάποιου μέσου επιπέδου. Πολλά παιδιά φορούσαν ακόμα και υποχρεωτικά το τζάκετ και όλα αυτά τα λαϊκά. Γιατί αυτό πήγαινε πακέτο με την αντίληψη. Αυτό ήταν βασικό πράγμα γνωριμίας. Τον έβλεπες τον άλλο από μακριά. Μήπως και τώρα δεν γίνεται αυτό; Δεν καταλαβαίνεις από το ντύσιμο ακόμα πολλές φορές. Ακόμα και η αστυνομία το χρησιμοποιεί αυτό. Από το ντύσιμο σε συλλαμβάνει. Και πολλές φορές και οι αστυνομικοί ντύνονται έτσι. Αυτά είναι κλασικά πράγματα ας πούμε.

Οι ταβέρνες ήταν επίσης ένας χώρος εκεί που με λίγο κρασάκι πέφτανε και δυο τραγούδια πάρα πάνω. Εκεί αναγκαζόταν ο άλλος να πει και μια κουβέντα. Μετά να αναπτυχθούν και όλες εκείνες οι προσωπικές σχέσεις και αυτές που εμφανίζονται σε όλη την νεολαία. Δηλαδή ερωτικές σχέσεις η οι φιλικές σχέσεις. Μέσα στις ταβέρνες εκεί πάντα γινότανε κι ένα είδος στρατολόγησης. Εμάς τα παιδιά και τον ένα και τον άλλο. Η κλασική ιστορία με τον Περικλή τον Νικόγιαννη ελπίζω να την θυμάστε. Που είχαμε εκτιμήσει επειδή αυτό το παιδί δούλευε συνέχεια οικοδομή ήταν και ταξικά εντάξει. Είχαμε εκτιμήσει αν πρέπει να δούμε αν έχει και θεωρητική κατάρτιση.

Έκρινε λοιπόν πάλι ο Στρατής και ο... να του δώσουμε κάποιο βιβλίο. Και τον πλησίασα και του έδωσα το Παντιντίρινγκ και το Λουδοβίκο Φόρμπαχ και το τέλος της Γερμανικής Κλασικής Φιλοσοφίας. Καταλαβαίνετε τώρα. Επειδή είναι φυσικομαθηματική και μπορεί να καταλάβει. Το πήρε λοιπόν ενθουσιασμένος ο Περικλής και μετά από κανένα μήνα για να δούμε να προχωρήσουμε καμιά κουβέντα. Και άρχισε να μας κάνει κριτική γιατί κρύβουμε τόσο ωραία βιβλία. Και του λέει Στρατή αδελφέ τέτοιο πράγμα του λέει εγώ όταν γύριζα από την οικοδομή, έκανε δύο ώρες για να κοιμηθώ. Με την πρώτη σελίδα που το διαβάζω είμαι τέζα. Το χρησιμοποιούσε σαν υπνωτικό. Καταλαβαίνεις λοιπόν. Το Φέρμπαχ και αυτά ας πούμε. Ήταν ένας τρόπος μέσα στις ταβέρνες και μέσα στα αυτά και με τα βιβλιαράκια να γνωρίζεις κάποιον άνθρωπο. Να ξέρεις ότι μιλάς. Αυτό ήταν βασικό. Οι ταβέρνες, οι συναυλίες, ο τρόπος ντυσίματος, τα τραγούδια και οι διαπροσωπικές σχέσεις. Τα ζευγάρια, οι παρέες δηλαδή. Ήταν βασικό πράγμα. Η μία παρέα, εγώ θυμάμαι όταν είχα έρθει σε συναυλίες σας στην φουρνιά του δευτέρου παίζατε μπάσκετ στο Παγκράτι.

Ελπίζω να το θυμάστε. Είσαστε πάρα πολλά παιδιά. Μπήκατε όλοι μέσα στον χορό. Όλη αυτή η ομάδα του μπάσκετ μπήκε στο άλλο το παιχνίδι. Λόγω ακριβώς της προσωπικής σχέσης. Πίστευε ο ένας τον άλλο δηλαδή. Ήξερε ποιος είναι. ʼλλωστε αυτό συμβαίνει και σήμερα. Η νεολαία δεν παίρνει το τσιτάτο για να πάει να βρει τον τάδε για να το οργανώσει. Έχει την προσωπική του σχέση ο καθένας. Αυτό ήτανε.

Η Νομική έπαιζε πολύ και στις ταβέρνες των προηγούμενων ημερών.

Είχε φτάσει εκείνες τις μέρες πια τον Φλεβάρη, είχε αρχίσει η έντονη πολιτικοποίηση και όλο αυτό το πράγμα τον Σεπτέμβρη του ' 72. Μετά από εκείνη την συναυλία του Μαρκόπουλου. Από εκεί και πέρα τα πράγματα ήταν, είχαν μπει στην ιστορία. Στην Νομική ένα μεγάλο ρόλο σαν πρώτη σκέψη τον έπαιξε εκείνο το δεκαμελές, εκείνη η δεκαμελής της Νομικής. Κούρκουλας, Καλύβης, δέκα παιδιά ήταν. Διάφοροι που είχαν κάνει αυτοί δουλεύοντας μέσα στην Ελληνοαμερικανική Ένωση εκεί και σε μια άλλη ιστορία, πως την λέγανε την φιλοευρωπαϊκή πως την λέγανε. Την Ευρωπαϊκή Κίνηση Νέων δουλεύοντας εκεί είχαν γνωριστεί μεταξύ τους τα παιδιά. Και οι διάφοροι της Νομικής. Σε συνδυασμό και με την δράση τους στο σύλλογο Ηπειρωτών που ήταν ο πρώτος σύλλογος οι Ηπειρώτες που ήταν ο Τζουμάκας, αυτοί είχαν καλλιεργήσει το κλίμα.

Είχαν πάρει συνειδητή απόφαση. Για την κατάληψη της Νομικής υπήρχε συνειδητή απόφαση της Νομικής. Μόνο που δεν το ήξεραν όλες οι σχολές. Ας πούμε η φυσικομαθηματική δεν το ήξερε. Το ήξεραν ορισμένοι κυρίως μέλη της Αντιεφέ και του Ρήγα αλλά ο γενικότερος κόσμος δεν το ήξερε. Δηλαδή ήξεραν ότι κάτι θα γίνει αλλά ότι έχει σχεδιαστεί δεν το ήξερε. Αυτοί λοιπόν είναι εκείνη που επιχείρησαν να κάνουν εκείνη την δοκιμαστική. Έγινε μια δοκιμαστική ένα πρωινό μονάχα. Δεν βγήκε αυτό το πράγμα, γιατί δεν ήξερε και κανένας πως θα λειτουργήσει. Δεν είχαν και εμπειρία καταλήψεων.

Εγώ είχα δει καταλήψεις στην Ιταλία και είχα μια τέτοια εικόνα. Όταν πια αποφασίστηκε αυτό το πράγμα δεν ήταν σίγουρο ότι θα γινόταν η κατάληψη. Ήρθανε τότε σε μας στο Χημείο. Είχαμε βρεθεί τότε, δεν θυμάμαι ποιοι είχαμε ανέβει στις σκάλες και είπαμε να πάμε αλλά έπρεπε να πάμε και κάπως να μην φάμε και ξύλο στον δρόμο από το Χημείο μέχρι την Νομική. Και καλέσαμε τους καθηγητάς μας να μας συνοδέψουν για να αποφευχθούν τα έκτροπα. Να μην γίνουν έκτροπα. Και η μόνη σχολή χίλια διακόσια άτομα πόσα ήταν που μπήκαμε εν σώματι με του καθηγητάς μπροστά. Τον Γαλανό, τον Κατάκη, ποιοι ήταν. Τρεις ήταν που μας συνόδευσαν. Τον Καφάτο ναι. Εκείνοι δεν ξέρανε ότι μας πηγαίνανε χίλια πεντακόσια άτομα από την Φυσικομαθηματική να κάνουμε κατάληψη.

Και τελικά με το μπήκαμε μέσα βέβαια ξέραμε τι θα γίνει. Και κλείσανε οι πόρτες. Μάλιστα μια συναδέλφισσα θυμάμαι της είχα πει ανεβαίνοντας πάρε μερικά κουλούρια και τίποτα τσιγάρα να έχουμε. Γιατί υπολογίζαμε ότι θα μείνουμε ξέρω εγώ μέχρι το απόγευμα. Και όταν μπήκαμε τα έκρυψε σε μια αίθουσα κάτω από το έδρανο. Επακολούθησε αυτό που επακολούθησε. Όταν πια βγήκαμε την επομένη τότε με το ξύλο και τα λοιπά τρέχοντας πάνω στους άλλους βρέθηκε δίπλα μου αυτή η συναδέλφισσα η οποία είναι φαρμακοποιός, εντάξει δεν έχει σημασία το όνομά της, και μου υπενθύμισε τα κουλούρια που είχε κρύψει από κάτω.

Είχαμε λυσσάξει στην πείνα βέβαια, εν πάση περιπτώσει τα θυμήθηκε το κορίτσι. Να σκεφτείς ότι είχε ξεχάσει και αυτό. Δηλαδή στην Νομική έγινε ένα άλλο σημαντικό πράγμα. Την νύχτα της Νομικής γιατί αυτό μέχρι τις δύο την νύχτα εκεί που είχε πέσει πια η κόπωση η μεγάλη μετά από όλο αυτό το πράγμα της ταράτσας, τα πράγματα είχαν αρχίσει να παίρνουν μια σοβαρότητα. Τι ακριβώς συμβαίνει εδώ πέρα. Γιατί υπήρχε έντονα να μιλάμε μόνο για τα φοιτητικά και τα τέτοια αυτά. Θυμάσαι λοιπόν την ώρα που μπήκε ο Λουλουδάκης με εκείνον τον παπά που σκοτώθηκε.

Όταν μπήκανε κατά τις δύο την νύχτα μέσα στο αμφιθέατρο το μεγάλο της Νομικής που μπήκαν μέσα έγιναν ιστορίες με τα αθλητικά. Και ξύπνησε όλη η αίθουσα εκείνο το βράδυ στις τρεις ώρα. Πετάχτηκε όλη η αίθουσα επάνω με το κάτω η Χούντα και τα γνωστά. Καταλάβανε τα παιδιά ότι είχανε βαρεθεί όλη την ημέρα να φωνάζουν στην ταράτσα για τα φοιτητικά. Αλλά με το «Κάτω η Χούντα» ξανά ζωντάνεψε το πράγμα. Και ανέβηκαν επάνω στην ταράτσα πάλι. Η Νομική ήταν όμως καθοριστική.

Δηλαδή έδωσε τεχνογνωσία στο Κίνημα, έδωσε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του. Καταλαβαίναμε λοιπόν ότι μπορεί να κάναμε κάτι. Και μετά είχαν εκτεθεί όλοι πια. Είχαν εκτεθεί όλοι. Είχαν πάρει μέρος σε μια εξέγερση. Μικρή δεν έχει σημασία αλλά είχανε πάρει μέρος. Και η συμπαράσταση βέβαια του λαού. Γιατί ήταν συγκλονιστικό αυτό που βλέπαμε από την ταράτσα γύρω-γύρω. Ήταν συγκλονιστικό. Τα κεριά, ο κόσμος απέξω και όλη αυτή η ιστορία.

Αυτό πια ήταν καθοριστικό. Δηλαδή και να μην γινόταν το Πολυτεχνείο μετά θα γινόταν η Νομική. Δηλαδή είναι ο γεννήτορας οποιουδήποτε Πολυτεχνείου. Εκείνου του Πολυτεχνείου δηλαδή. Ήταν αναπόφευκτο ότι θα γινόταν. Γιατί τα παιδιά καταλάβανε πια. Εκεί πια βέβαια άρχιζαν και οι γνώσεις σε επίπεδο οργανώσεων. Όταν έβλεπες ας πούμε δύο χιλιάδες, χίλια πεντακόσια άτομα που ήσαν στην Νομική να έχουν άποψη, σύνθημα πολιτικό η φοιτητικό είχε ξεκαθαρίσει το πράγμα. Ότι είναι πολιτικό πια από εδώ και πέρα. Και οι επαφές κι οι γνωριμίες. Και η εμπειρία που είχε. Και η δράση των οργανώσεων. Όλα μαζί. Γιατί εκεί λειτούργησαν και οι οργανώσεις, κι ο Ρήγας Φεραίος λειτούργησε και η εξωκοινοβουλευτική αριστερά εκείνης της εποχής λειτούργησε.

Δηλαδή Μαοϊκοί και άλλοι και διάφοροι άλλοι άνθρωποι παράξενοι. Αλλά που λειτουργούσαν μέσα σε αυτό το κλίμα. Δεν θυμάμαι κάποιο τον Καπετάνιο. Νομικός είναι τώρα που απήγγειλε στίχους με ένα ποτήρι σαμπάνια, είχε βρει σαμπάνια ένα μπουκαλάκι και ήθελε να πιει σαμπάνια ζώντας αυτά στην γωνία της Νομικής. Θυμάστε με τους μπάτσους που πατάγανε το γκαζόν απέναντι στο κέντρο; Κάποια στιγμή εκεί είχαν σπείρει κάποιο γκαζόν. Κι έκαναν μια έφοδο η αστυνομία και φωνάζοντας τα παιδιά στην ταράτσα τους λένε «μην πατάτε το γκαζόν» και να πηδάνε οι χωροφύλακες από το γκαζόν. Και μετά κατάλαβαν πόσο γελοίοι ήταν.

Εκεί είχε σπάσει πια το κλίμα. Με την Νομική το πράγμα ξεκαθάρισε. Γιατί από εκεί και πέρα θα έπαιρνε άλλη τροπή. Γι αυτό και άλλωστε επηκολούθησαν την δεύτερη Νομική. Δηλαδή μέχρι την δεύτερη Νομική μέχρι τις είκοσι του Μάρτη το πράγμα έδρασε πια. Εκείνη η ομάδα που πάλευε την έντονη πολιτικοποίηση της αντιπαράθεσης και της ρήξης ήταν εκείνη που προχώρησε πια στην δεύτερη Νομική. Του Μάρτη. Εκεί που έπεσε το άγριο ξύλο πια. Στο οποίο ήσουν κι επιτροπή εσύ. Εσύ ήσουν επιτροπή. Τα θυμάστε αυτά, δεν θυμάμαι ποια ήταν τα άλλα παιδιά.

Εκεί πια μετά και το ξύλο ήταν σίγουρο πια ότι τα πράγματα δεν μαζεύονται. Και γι αυτό κι άρχισαν οι συλλήψεις τότε. Οι φυλακίσεις, μετά μας πιάσανε εμάς, στρατεύσανε εσάς άρχισε το χτύπημα πια. Δεν μπορούσε να μαζευτεί αυτό το πράγμα. Γεμίσαμε είχαν στρατεύσει εκατόν πενήντα ανθρώπους από σας; Καμιά τριανταριά σαράντα είχαν πιάσει από μας. Έγινε το βάρεμα ας πούμε. Μέχρι που να καταλάβει ο Παπαδόπουλος την ανάγκη της φιλελευθεροποίησης με τον Μαρκεζίνη. Εκεί πάλι ξανά ήρθε το κίνημα επάνω.

Πέρασε το καλοκαίρι και γυρίσαμε. Δεν είχαμε βάλει μυαλό και από τις φυλακές και από τις στρατεύσεις γιατί δεν είχαμε συνετιστεί. Και όταν πια επιχείρησαν με τον Μαρκεζίνη να κάνουν την ιστορία της φιλελευθεροποίησης μπήκε πια το πρόβλημα είναι φιλελευθεροποίηση ή δεν είναι; Ή παραμένει το ίδιο; Είναι αυτό που είχαμε πει τότε ο συνταγματικός κοινοβουλευτικός φασισμός και τα λοιπά και όλα αυτά τα πράγματα.

Και που άλλες ομάδες είχανε μιλήσει για ομαλό πέρασμα. Ίσως να ήταν πιο σοβαρό αυτό που λέγανε. Έχοντας εμπειρίες από παλιά. Διάφοροι. Βέβαια δεν ήταν όμως συμβατό με το κλίμα. Δεν μπορούσε νέα παιδιά που είχαν πάρει μέρος σε τέτοιες ιστορίες σε φυλακές, σε στρατεύσεις, σε τρεις καταλήψεις, μία δοκιμαστική και δύο μεγάλες να πέσουν στην λογική αν περνάμε στην φιλελευθεροποίηση ομαλά.

Τότε είχαν αρχίσει και οι διάφορες πολιτικές δυνάμεις, διάφορες κουβεντούλες. Γιατί βλέπανε το αδιέξοδο της δικτατορίας. Εκεί πια μπήκε τότε αυτό είναι που δημιούργησε το Πολυτεχνείο. Δηλαδή το Πολυτεχνείο την επόμενη μεγάλη σύγκρουση την δημιούργησε η πολιτική αίσθηση. Είναι φιλελευθεροποίηση ή δεν είναι; Και αν δεν είναι τι κάνουμε; Την ανατρέπουμε ή την εκμεταλλευόμαστε; Εκεί το φοιτητικό κίνημα απήντησε την εκμεταλλευόμαστε με ρήξη. Και όχι με διαδικασίες κουβέντας και παζαρέματος. Αυτό σαν ιδεολογικό σχήμα ήταν εκείνο το οποίο, άλλωστε ήταν εκείνο που ήταν αυθόρμητο.

Και δεν μπορούσαν και παιδιά της ηλικίας των είκοσι δύο και των είκοσι τριών χρόνων να κάνουν αναλύσεις πολιτικές και με προοπτική. Θα λειτουργούσαν μέσα στην λογική της νιότης. Που δεν κάθεται να πολύ αναλύσει την ιστορία του κινήματος και τα βιβλία και τα τέτοια. Γιατί δεν έχουν και την ηλικία και την μόρφωση για να μπουν σε τέτοιες λογικές. Αυτό ήταν που δημιούργησε το Πολυτεχνείο. Και μπήκαμε πια στο πως έγινε το Πολυτεχνείο. Να κάνουμε μια διακοπή εδώ.

Με την αμνηστία τι έγινε;

Αμνηστία εμείς πήραμε τέλη Αυγούστου θυμάμαι. Τέλη Αυγούστου βγήκαμε. Έδωσε την αμνηστία ο Παπαδόπουλος τότε που έκανε κάποιο δημοψήφισμα δεν θυμάμαι τι είχε κάνει. Ήμουνα μέσα. Όταν βγήκαμε πια στις πρώτες δέκα μέρες ήταν που έπρεπε να ζήσουμε και την γνωριμία να δούμε και τους συντρόφους, να δούμε και τους φίλους. Είχαμε και την αίσθηση του ήρωα που είχαμε βγει από μέσα παρότι είχαμε φάει και το ξύλο της ζωής μας. ʼρχισε πια να μαζεύεται γιατί πλέον Αύγουστο άρχιζε και το Πανεπιστήμιο.

Είχε αρχίσει, είχαν βάλει τότε ο Μαρκεζίνης είχε κάποιον Υπουργό τον Ζουναρτζή και είχαν αρχίσει την ιστορία της φιλελευθεροποίησης. Προσπαθούσαν σιγά-σιγά να εκτονώσουν την κατάσταση. Ακριβώς εκεί πέρα όλο αυτό το συσσωρευμένο πράγμα, δηλαδή η επαναστατικότητα του φοιτητικού κινήματος, η τεχνογνωσία των εμπειριών από τις καταλήψεις της Νομικής και οι εμπειρίες της πρωτοπορίας κατά κάποιο τρόπο εάν ήταν πρωτοπορία των φυλακών και των στρατεύσεων, ήταν συσσωρευμένο πράγμα. Δεν μπορούσε να ξεχαστεί επειδή είχε την διάθεση ο Ζουνατζής και ο Μαρκεζίνης να κάνουν αυτά τα πράγματα. ʼρχισαν να λειτουργούν τότε οι διάφοροι τοπικοί σύλλογοι οι οποίοι λειτουργούσαν και πριν με την έννοια της συσπείρωσης των παιδιών από το κάθε μέρος αλλά όχι έτσι όπως άρχισαν να λειτουργούν μετά από την αμνηστία.

Μετά την αμνηστία έγιναν μετά κέντρα μαζικά. Δηλαδή σύλλογος Κρητών, σύλλογος των Ηπειρωτών. Οι άλλοι οι Στερεοαλλαδίτες, ήταν πολλοί από αυτούς. Εκεί τώρα πέρα από την προσωπική, την τοπική γνωριμία των φοιτητών και κατά σχολή άρχισαν αυτοί οι σύλλογοι σχεδόν έγιναν ένα. Ένα βράδυ ήμασταν στους Κρήτες, ένα άλλο στους Στερεοελαδίτες. Δηλαδή ένα πράγμα που ενοποιήθηκε πια. Λειτούργησε δηλαδή με την έννοια του να ξαναβρεθούμε όλοι και με την έννοια του ήρωα και τα γνωστά. Εκεί πια άρχισε να μπαίνει το μεγάλο μήνυμα. Είναι φιλελευθεροποίηση αυτή και πως αξιοποιείται ή δεν είναι και οδηγούμαστε σε σύγκρουση;

Το πάμε δηλαδή για σύγκρουση και ότι γίνει; Αποκαλύπτουμε δηλαδή την φιλελευθεροποίηση που είναι μια απάτη και ότι βρέξει. Γιατί για το τι θα επακολουθήσει δεν είχε και μεγάλη άποψη το κίνημα δηλαδή. Είχε την ουτοπία των νιάτων αυτή η δουλειά. Εκεί μέσα λοιπόν στους τοπικούς συλλόγους άρχισαν να ξεκαθαρίζουν ποιοι είναι για την τελική ρήξη και ποιοι δεν είναι. Ή πως την θέλουν την τελική ρήξη ορισμένοι και πως την θέλουν άλλοι. Και εκεί άρχισε πια να λειτουργεί τότε άρχισαν πια οι οργανώσεις. Τα οργανωμένα κυρίως τα αντίφερα και Ρήγας. Και λιγότεροι οι άλλοι. ʼρχισαν να υφίστανται και επιδράσεις από τα κέντρα τους με την έννοια την παλιά την κλασική της διάσωσης των συντρόφων σε σύγκρουση, τα γνωστά δηλαδή.

Με τις εμπειρίες που κουβάλαγαν οι παππούδες αυτών των χώρων από τον εμφύλιο και δεν ξέρω από πού. Εκεί άρχισε λοιπόν να λειτουργεί η αντίληψη ότι το κίνημα πρέπει να είναι συντεταγμένο και οργανωμένο και να προσέχει τις κινήσεις του. Και ότι εν πάση περιπτώσει κάθε ρήξη και κάθε αποκάλυψη του φιλελευθερισμού του Μαρκεζίνη μπορεί να οδηγήσει και σε... Ήταν σοβαροί προβληματισμοί αυτοί. Όχι ανεύθυνοι. Εγώ δεν νομίζω ότι ήταν ανεύθυνοι. Κατά την λογική και τις εμπειρίες που είχαν αυτά τα κόμματα και ιδιαίτερα τις εμπειρίες του εμφυλίου.

Οι παππούδες και τα λοιπά και τα κόμματα αυτό το πράγμα. Και αυτό τους δένει και ακόμα δηλαδή. Με αυτή την έννοια στο φοιτητικό κίνημα που ήταν ένα άλλο υλικό που δεν ήταν ένα υλικό με εμπειρίες εμφυλίου και εμπειρίες ήττας και τέτοια, είχε τις εμπειρίες των διώξεων της επτάχρονης δικτατορίας. Και δεν είχε και τίποτα φοβερά πράγματα με την έννοια, αυτά που είχαν περάσει οι προηγούμενες γενιές. Εκεί τα πράγματα ήταν ή τώρα ή ποτέ. Και υπήρχε κόσμος πολύς ο οποίος έλεγε τώρα και να συντηρήσουμε και κάτι. Να μείνει και κάτι μετά. Αυτή ήταν η βασική αντιπαράθεση μέσα στο φοιτητικό κίνημα. Δεν ήταν μια εχθρική αντιπαράθεση. Ήταν μια αντιπαράθεση που χαρακτηρίζει ας πούμε τους σοβαρά σκεπτόμενους νέους που είχαν εμπειρία πια. Που είχαν περάσει από το πετσί τους πια αυτά τα πράγματα. Στο ίδιο δίλημμα ξανά βρέθηκε η νεολαία και το σαράντα πέντε. Με τον πρώτο και τον εμφύλιο.

Πάντα βρίσκεται η νεολαία όταν φτάνει σε κρίσιμες στιγμές σε καταστάσεις τέτοιες, σε διλήμματα τέτοια ας πούμε. Εμείς είμαστε υπέρ της άποψης ότι πρέπει να οδηγηθούμε στην ανατροπή. Στην αποκάλυψη και στην ανατροπή. Δεν είχαμε άποψη τι θα γίνει μετά. Μπορεί να έχει ο καθένας στο μυαλό του διάφορες ιστορίες από τα βιβλία που διάβαζε αλλά δεν σήμαινε και τίποτα. Ώστε και στην συνέλευση του Πολυτεχνείου την νύχτα όταν αντιμετωπίσαμε το δίλημμα τι Κυβέρνηση ορκίζουμε, δεν ξέραμε τι ακριβώς και εκεί διαλύθηκε. ʼρχισαν και βαράγανε έξω κι έμεινε αναπάντητο το ερώτημα. Τι Κυβέρνηση θα ορκίσει το φοιτητικό κίνημα; Έτσι; Τα θυμάσαι αυτά. Δεν ήσουν μέσα αν θα είναι εργατών και παλιών κομμάτων και διάφορα τέτοια.

Εκεί άρχισε ένα τροπάρι που δεν μπορούσαμε και να πούμε τίποτα. Είχε δηλαδή και το στοιχείο πια του πολιτικού αδιεξόδου ακόμα και η εξέγερση. Ακόμα και η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Στην κορύφωσή της προς το τέλος είχε το στοιχείο του πολιτικού αδιεξόδου. Εάν τα κατάφερνε εκείνο το βράδυ και έμενε το Πολυτεχνείο μέσα μετά θα άρχιζαν να λειτουργούν άλλα πράγματα.

Το Σάββατο το πρωί θα λειτουργούσαν πια άλλα πράγματα. Και βέβαια η Χούντα σοβαρά σκεπτόμενη έκανε το ντου. Γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Αν τα άφηνε αυτό το πράγμα φοβόταν μεταξύ τους ότι θα σφάζονταν. Το πιθανότερο ήταν ότι μεταξύ τους θα σφαζόντουσαν. Υπήρχε και η ιστορία για το θέμα της Κύπρου και τα λοιπά και όλα αυτά. Πράγματα που τα ήξερε το φοιτητικό κίνημα χοντρά-χοντρά αλλά όχι με τόσο βαθιές αναλύσεις. Και με αυτή την έννοια μετά την επιστροφή δηλαδή εκεί προς το τέλος Αυγούστου αρχές Σεπτέμβρη άρχισε να γίνεται αυτό το πράγμα. ʼρχισαν όμως και συνέβαιναν και μικρά γεγονότα τότε τα οποία κορυφώσανε. Το ξύλο των παιδιών της Ανωτάτης Εμπορικής. Τότε που τους είχαν δεν θυμάμαι για πια υπόθεση, ήταν κάτι με φοιτητικά. Ένα αυτό. Κάτι άλλες διώξεις άσχημες που γινόντουσαν μέσα στο Πανεπιστήμιο. Κάτι και άρχισε να βράζει το πράγμα και οδηγηθήκανε σε εκείνη την περίφημη, μία από αυτές, που γινόντουσαν τα ίδια σε όλες τις σχολές. Στην Ιατρική είχε γίνει η περίφημη συνέλευση χίλια πεντακόσια, δυο χιλιάδες άτομα που βγήκε ο συνταγματικός κοινοβουλευτικός φασισμός.

Εκεί μάθαμε και οι σύντροφοι ποιος είναι μαζί μας και ποιος δεν είναι γιατί χρησιμοποιούσαν και την ίδια φράση. Γιατί ήταν και δύσκολος ο όρος που δεν ήταν κοινόχρηστος όρος. Και όποιος την έλεγε την είχε πάρει από την καθοδήγηση. Και όταν την έλεγε και κάποιος άλλος που την είχε πάρει και αυτός από την καθοδήγηση καταλάβαιναν οι δυο τους ότι αυτοί οι δυο έχουν ψηθεί από το ίδιο κανάλι. Κι εκεί αρχίσαμε πια να γνωριζόμαστε και να καταλαβαίνουμε. Έτσι λοιπόν φτάσαμε σε μια από τις περίφημες συγκεντρώσεις της Νομικής. Στην Νομική εκείνο το πρωί είχαμε πάει για να αντιπαρατεθούμε με τους άλλους στο θέμα εάν ο καταστατικός χάρτης για την παιδεία που προωθούσε η Κυβέρνηση του Μαρκεζίνη είναι ή όχι καλώς ή πρέπει να τον χρησιμοποιήσουμε και να βελτιώσουμε και το περιεχόμενο σπουδών και διάφορα τέτοια.

Όλη η γραμμή της λογικής αξιοποίησης του φιλελευθερισμού. Εκεί όμως έτυχε να εκφράσουμε, εμείς εκφράζαμε την άποψη ότι αυτά είναι σαχλαμάρες. Ότι και να γίνει αυτό το πράγμα είναι μια Χούντα ας πούμε πιο όμορφη. Εκεί λοιπόν κατά τις έντεκα με δώδεκα ώρα είχε φτάσει και σε ένα αδιέξοδο. Είχαν πια κουραστεί να συζητούν το ίδιο για τον καταστατικό χάρτη και για τέτοια. Ο Γιώργος ο Γαβριήλ και είναι ας πούμε ιστορικό και πρέπει κανείς να το ξέρει και μάλιστα θέλει να γράψει κι αυτός ένα βιβλίο για το μεγάλο του ψέμα, ερχόταν από τον Ωρωπό.Μετά πέρασε από το Πολυτεχνείο και θα ερχόταν στην Νομική να μας βρει. Στο Πολυτεχνείο κάνανε εκλογές οι φοιτητές.

Οι διάφοροι σύλλογοι του Πολυτεχνείου κάνανε διάφορες εκλογές για να χρησιμοποιήσουνε κι εκείνοι τα περιθώρια της φιλελευθεροποίησης του Μαρκεζίνη. Αυτοί ήταν της λογικής εκείνης. Να αξιοποιήσουμε όσο μπορούμε τα περιθώρια της φιλελευθεροποίησης. Πέρασε και έφτασε στην Νομική. Επειδή είδε το κλίμα που είχε διαμορφωθεί σε μια αφασία ας πούμε λέγοντας έτσι μια κουβέντα είπε «σφάζουν τα αδέλφια μας στο Πολυτεχνείο». Άρες μάρες δηλαδή. Έτσι για πλάκα. Εκείνη την ώρα βρήκαμε την ευκαιρία και είπαμε κλείστε τα και κατεβείτε στο Πολυτεχνείο. Να φύγουμε δηλαδή.

Και κατεβήκαμε οι τριακόσιοι, οι γνωστοί τριακόσιοι προβοκάτορες, κατεβήκαμε την Σόλωνος και μπήκαμε στο Πολυτεχνείο. Μπήκαμε μέσα στο Πολυτεχνείο αρχίσανε τα παιδιά του Πολυτεχνείου να αντιδρούν με την έννοια ότι τους χαλάγαμε τις εκλογές. Το να τους χαλάς τις εκλογές τώρα με ανθρώπους που είχαν πάρει που είχαν εμπειρία από καταλήψεις και με τέτοια και επειδή πια είχε βγει μπροστά η αντιπαράθεση μέσα στο φοιτητικό κίνημα, αξιοποίηση ή όχι του φιλελευθερισμού ή λήξη, περάσαμε στην κατάληψη. Διοίκησης κάποιοι είπανε να περάσουμε και τα λοιπά. Εγώ μάλιστα έφυγα εκείνη την ώρα. Κατά τις δύο ώρα έφυγα και πήγα σε ένα σπίτι στα Εξάρχεια.

Και κατά τις τέσσερις μου τηλεφώνησαν ότι εδώ έχει προχωρήσει η κατάληψη. Και κατέβηκα κάτω και η κατάληψη ήταν πια γεγονός. Δεν την είπε κανείς. Ούτε την σχεδίασε κανείς. Ήταν τέτοια η μαγιά που μαζεύτηκε εκεί μέσα και η αντιπαράθεση που γινόταν όλο αυτό τον καιρό για αξιοποίηση ή για ανατροπή του φιλελεθευρισμού που δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει σε μια κατάληψη. Στην οποία ακολούθησαν κι εκείνοι οι οποίο αντιδρούσαν. Δεν είναι ότι και τα παιδιά εκείνα τα οποία ήταν υπέρ των εκλογών της φιλελευθεροποίησης είχαν άποψη διαφορετική. Ήταν στην Νομική κι αυτοί και ξέρανε. Κάποια στιγμή έρχεται η ασφάλεια κάτω, έρχονται οι μπάτσοι απέξω. Δεν ήθελε και πολύ τώρα. Ρίξανε και λάδι. Δηλαδή νομίζω ότι και η αστυνομία μας βοήθησε στην κατάληψη. Με την έλευσή της δηλαδή. Μας είπε παιδιά συνεχίστε. Κι άρχισε πια η κατάληψη.

Μετά εξελέγη η πρώτη επιτροπή εκ των ενόντων. Η πρώτη συντονιστική. Ποιοι ήταν αυτοί; Οι ίδιοι οι υπάρχοντες στις σχολές, στις επιτροπές. Που ήταν γνωστοί πια. Οι διάφορες επιτροπές των σχολών. Αυτή λειτούργησε μέχρι την Πέμπτη το βράδυ. Την Πέμπτη δε το απόγευμα κρίθηκε ανάγκη και είχαν ήδη γίνει τα διάφορα πράγματα, οι διάφορες ανακοινώσεις, να εκλέξουμε πια οι συνελεύσεις των φοιτητών τις διάφορες σχολές. Την συντονιστική πια την επίσημη που θα έπαιρνε και την ηγεσία αυτής της ιστορίας. Κι εκεί εξέλεξαν διάφορες σχολές από δύο από τρεις.

Εμείς στην Νομική είχαμε πέντε τότε. Οι οποίοι απετέλεσαν την συντονιστική. Η οποία συντονιστική δεν ήταν κανένας απόλυτος άρχοντας μέσα στο Πολυτεχνείο. Δηλαδή όπου είχαν την διασύνδεσή τους με την σχολή τους. Οι διάφορες επιτροπές και υποεπιτροπές λειτουργούσαν άλλοι. Δεν ήταν κάτι το παράξενο, ούτε το άγνωστο. Ήταν παιδιά που τα περισσότερα είχαν κάνει και φυλακή. Ο Χρήστος ο Λάζος είχε κάνει μαζί μου φυλακή. Ο άλλος ο Παπάς ο Στέλιος είχε κάνει διάφορες φυλακές. Οι περισσότεροι είχαν περάσει όλοι από μέσα. Δηλαδή δεν ήταν άγνωστοι άνθρωποι.

Και γι αυτό τον λόγο τους εμπιστευόντουσαν και οι φοιτητές. Γιατί ξέρανε ποιος είναι ο καθένας. Δεν ήταν και ήταν και διάφορα καινούργια παιδιά που είχαν αναδειχτεί μέσα σε αυτό τον αγώνα. Δηλαδή άνθρωποι που είχαν δείξει την στάση τους. Και έγινε η κατάληψη. Αυτός ο μύθος που καλλιέργησαν ιδιαίτερα τα κόμματα της αριστεράς μετά την αντιπολίτευση για να κάνουν μια στρατολόγηση μελών οι οποίοι μη νομίζεις ότι ήρθαν και απέξω από το εξωτερικό με πολλά μέλη εδώ. Έτσι; Βρήκαν εδώ δέκα είκοσι, τριάντα παιδιά και κάποιους τύπους παλιούς που είχαν μείνει από τον εμφύλιο. Έπρεπε να οικοδομήσουν πολιτικό προσωπικό.

Νέο πολιτικό προσωπικό. Άρχισαν να καλλιεργούν αυτές τις περίφημες ιστορίες ας πούμε ότι εμείς κάναμε το Πολυτεχνείο, δεν το κάνανε οι άλλοι. Δικαιώθηκε ο αγώνας και τα γνωστά τα τροπάρι για να μπορέσουν να φτιάξουν τα διάφορα τα μαγαζιά τα πολιτικά. Και βέβαια υπάρχει και μια ιστορία ο ρόλος της παραδοσιακής. Τώρα το λέμε παραδοσιακή, εκείνη την εποχή ήταν πεθαμένη και νεκραναστημένη. Της αριστεράς της επίσημης πια, του ΚΚΕ. Σε σχέση με αυτή την ενέργεια. Και νούμερο οχτώ και όλα αυτά τα πράγματα.

Κάνατε κάποια εργασία εσείς; Τι κάνατε δηλαδή;

Κάναμε μία σύσκεψη πριν την εκλογή της επίσημης συντονιστικής. Ποιοι εν πάση περιπτώσει θα μπουν στην συντονιστική. Και εκεί συμφωνήσαμε να πάνε οι δύο οι δύο σέδες. Ο Φοίβος δηλαδή με τον Σταύρο και είπαμε να μπει και ο Μανούσος. Γιατί ο Μανούσος εξέφραζε ένα κόσμο που ήταν όχι της αριστεράς κεντροτέτοιο. Αλλά είχε κάνει φυλακή κι αυτός, μεγάλος ήτανε και ο Γιάννης ο Χριστόπουλος. Ο Γιάννης ο Χριστόπουλος ήταν του Σταύρου. Και είπαμε να βάλω εγώ υποψηφιότητα και τα λοιπά. Κι εκεί βγήκαν οι δυο Κνίτες ο Λιδώρης και ο Καραγκουλές. Και είπανε ας πούμε όχι εμείς θα φύγουμε και κάτι τέτοια. Και μπήκε ο Σταύρος μπροστά και μετά ήρθε ο Μανούσος. Μετά έφυγε ο Μανούσος πήγα εγώ. Έγινε όλο αυτό το πράγμα. Μπαινοβγαίναμε ας πούμε. Έγινε μια δεύτερη όμως σύσκεψη με τον Σταύρο και τους άλλους. Όταν μπήκε πια το θέμα την Πέμπτη την νύχτα. Το μένουμε ή φεύγουμε. Την Παρασκευή το βράδυ. Ξανά έγινε μια σύσκεψη. Γιατί έγινε μια σύσκεψη μέσα με τον Αλαβάνο, με τον Παριανό, με τον Τζούρα, τον Μιχαλόπουλο, το μένουμε ή φεύγουμε. Την Παρασκευή την νύχτα.

Οι δυο Πασόκοι ήταν... αυτοί. Στις μία την νύχτα ψηφίσανε λευκό αν μένουμε ή φεύγουμε. Έπρεπε να έρθουν σε επαφή οι απέξω. Νομίζω ότι βγήκαν και ήρθαν σε επαφή με τον Λιβάνη και με τον Χαραλαμπόπουλο. Οι δυο του ΚΚΕ ψηφίσανε φεύγουμε και εγώ ψήφισα μένουμε. Και ξανά εκτιμήσαμε στις τέσσερις το πρωί να ξανά κάνουμε μια σύσκεψη και να δούμε τελικά τι λένε οι οργανώσεις. Και ήρθανε τα δυο παιδιά του ΠΑΚ τότε η Παναμόνια ήτανε και ήρθε η ψηφοφορία τρεις δύο. Δηλαδή εγώ και οι δυο και οι άλλοι ψηφίσανε ξανά πάλι. Και μπήκαμε μέσα στην συντονιστική και είπαμε ότι μένουμε. Και γι αυτό και πάρθηκε η απόφαση το μένουμε. Πέμπτη το μένουμε. Εκεί έγινε και μια πρώτη αντιπαράθεση για τον έλεγχο του ραδιοφωνικού σταθμού. Που έπεσε το ξύλο. Τότε που παίξαμε εκεί το ξύλο.

Γιατί θέλανε να ελέγξουν κατά κάποιο τρόπο οι οργανώσεις. Εκεί πέρα όλο αυτός ο κόσμος δεν μπορούσε να ανεχτεί αυτό το πράγμα. Και τελικά όταν ξεκαθάρισε το μένουμε το πρωί, βγήκε και μετά η περίφημη ανακοίνωση της συντονιστικής η πρώτη που διαβάζεται χρόνια και τα λοιπά και έμειναν τα πράγματα στο παραμένουμε. Ξανά έγινε όμως και μια δεύτερη κουβέντα αργά το βράδυ της Παρασκευής. Όταν πέσανε τα φώτα, όταν είχαν γίνει οι συνελεύσεις των σχολών τότε που αντιμετώπιζε το κίνημα τα προβλήματα, πως θα πάμε πάρα πέρα. Τι Κυβέρνηση θέλουμε και διάφορα τέτοια. Ξανά έγινε πάλι μια σύσκεψη για το τι θα γίνει. Αυτό εκεί ήταν αδιέξοδο. Ήταν αδιέξοδο πια.

Δηλαδή το πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίσαμε ήταν να κρατήσουμε αυτή την κατάσταση μέχρι το πρωί. Να πάρει μέρα πια. Το πρωί αρχίσανε απέξω. ʼρχισαν να χτυπάνε εκεί στην Τοσίτσα και τα λοιπά. Πια ήταν τα πράγματα ξεκάθαρα ότι πάμε για σύγκρουση. Εκείνη την ώρα οι διάφορες οργανώσεις διώξανε τα μέλη τους. Το ΚΚΕ κι ο Ρήγας φύγανε κατά τις οχτώμισι, εννιά, δέκα ώρα φύγανε. Άρχισε να φεύγει ο κόσμος. Δηλαδή τα στελέχη. Να σωθεί η κατάσταση. Τα παιδιά μείνανε μέσα όλοι. Εγώ έφυγα μισή ώρα πριν μπει το τάνκς. Και τους συνάντησα ανεβαίνοντας την Αλεξάνδρας κατέβαινε ας πούμε.

Εκεί διάφοροι άλλοι είχαν φύγει πιο νωρίς. Δηλαδή μείνανε κάνα δυο τρεις. Έμεινε ο Λαλιώτης έμεινε ο Στέλιος ο Παπάς. Ο Στέλιος για να πάρει τα χρήματα που είχαν μαζευτεί εκεί. Κι ο Σταμέλος νομίζω και διάφορα παιδιά που μείνανε. Γιατί δεν είχαν και κτυπηθεί αυτοί που μείνανε. Δηλαδή όσοι είμαστε κτυπημένοι φύγαμε κατά τις μία ώρα, μιάμιση ώρα πριν από αυτό είχαν φύγει γιατί ήταν γνωστοί πια. Εγώ ήδη φεύγοντας είχαν μπει ήδη μέσα στο σπίτι επάνω και είχαν πιάσει την μάνα μου. Οι Εσατζήδες. Ξέρανε πια ποιοι είμαστε μέσα. Δεν ήταν άγνωστα ας πούμε. Τα κέντρα αυτό που είναι γνωστό.

Έγινε και μια συζήτηση την Παρασκευή το μεσημέρι για το αν θα γινόταν έκλυση προς τα πολιτικά κόμματα να αναλάβουνε.

Πήγε μια επιτροπή. Νομίζω ότι είχε κατέβει ο Κανελλόπουλος με τον Λιβανό στην πλατεία Εξαρχείων. Και ο Μαύρος νομίζω. Πρέπει να είχαν κατέβει αυτοί. Πήγε μια επιτροπή και τους είδε. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν κατέβει για να δούνε τι είναι αυτό το πράγμα. Δεν ξέρανε τι είναι αυτό το πράγμα. Δηλαδή πως τους είχε προκύψει μια κατάληψη τέτοιου τύπου. Και δεν ξέρανε ποιος την κάνει. Ακόμα και τα άλλα και τα επίσημε πολιτικά και ο Παπανδρέου στην Ιταλία δεν είχε κάνει κάποια δήλωση παράξενη κατά τις έντεκα το πρωί.

Μετά την ανασκεύασε το μεσημέρι. Δεν ξέρανε τι είναι αυτό το πράγμα. Και ποιος το κάνει. Πήγαμε και είδαμε αν καλούμε ή όχι κατ’ αρχάς τους παλιούς πολιτικούς. Τι είδους συμπαράσταση θέλουμε; Ποιους δημοσιογράφους θέλουμε; Καλά μετά είχαν γίνει και διάφορες επαφές με τα παιδιά της Θεσσαλονίκης, με τα παιδιά της Πάτρας. Είχαν έρθει κάποιοι από τα Μέγαρα. Είχε αρχίσει πια και μαζευότανε αλλά δεν κατέληξε πουθενά αυτό. Δεν κατέληξε στο να καλέσουμε δηλαδή τον παλιό πολιτικό κόσμο.

Γιατί ο παλιός πολιτικός κόσμος ήθελε να μάθει ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι. Τι είναι αυτό το πράγμα; Είχανε ψιλοκαταλάβει από την κατάληψη της Νομικής. Δεν ήταν τυχαίο ότι και στην κατάληψη της Νομικής συνελήφθησαν μια σειρά από, οι δικηγόροι που είχαν πιαστεί, Μπουλούκος, Γόντζας, Καραμανλής Νίκος όλοι αυτοί που είχαν πιαστεί μαζί μας τότε. Και τα διάφορα πολιτικά κόμματα ας πούμε. Ο Τσάτσος ο Δημήτρης. Είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν ότι είχε αρχίσει μια αναγκαιότητα να μπούνε και αυτοί μέσα στο παιχνίδι. Αλλά τελικά όμως δεν απέδωσε αυτό.

Την Παρασκευή το μεσημέρι έγινε μια συζήτηση αν είναι η τελευταία παράγραφος της συντονιστικής επιτροπής που έλεγε αν θα περιληφθούμε στα πολιτικά κόμματα κι έγινε και μια αντιπαράθεση ή όχι.

Έγινε αυτό στην διατύπωση. Αυτό όμως έφυγε από την ανακοίνωση αλλά έφυγε μετά από άγριο πλάκωμα ξύλου μέσα στην συντονιστική. Δηλαδή εκεί πέρα δεν δεχτήκαμε εμείς. Είμαστε και η πλειοψηφία. Κατά κάποιο τρόπο η πλειοψηφία του υπέρ της κατάληψης του υπέρ της σύγκρουσης ήταν ας ήταν αντί ΕΦΕ η ΚΝΕ, δεν έχει σημασία ας πούμε. Ήταν η πλειοψηφία. Στο επίπεδο της συντονιστικής η αντίληψη όμως ήταν αλλιώς δεν ήταν η πλειοψηφία. Ήταν μειοψηφία.

Στο επίπεδο της συντονιστικής η πλειοψηφία ήταν να δούμε πως θα ξεμπλοκάρουμε. Ήταν πιο ώριμη δηλαδή η σκέψη. Εκεί έγινε το γνωστό πατατράκ. Που τελικά σβήστηκε αυτή η παράγραφος. Δεν καλέσαμε τα πολιτικά κόμματα να πάρουν τις τύχες της χώρας. Εκεί υπήρχαν διάφορες απόψεις. Τι καλούμε ο καθένας όπως αισθανόταν εκείνη την ώρα ας πούμε. Υπήρχε ένα στοιχεί και πολιτικού αναλφαβητισμού στους προβληματισμούς αυτού του επιπέδου. Μα δεν ήταν δυνατόν είκοσι πέντε χρονών παιδιά να έχουν άποψη για το πώς θα κυβερνηθεί η χώρα μετά από μια δικτατορία.

Δεν ήταν δυνατόν πρακτικά. Εκείνο που ήταν δυνατόν ήταν αυτό που κάναμε. Κι από εκεί και πέρα βέβαια να οδηγηθούνε σε αυτή την αίσθηση. Η γεύση που έμεινε τουλάχιστον και σε μένα αλλά και σε άλλα παιδιά το έχω διαπιστώσει, είναι αυτή η γλυκιά γεύση της ουτοπίας. Γιατί στην τελευταία ανάλυση έχει ένα ουτοπικό. Μην κοιτάς που δικαιωθήκαμε και είμαστε γενιά νικητών. Θα μπορούσαμε να είμαστε και γενιά πεθαμένων αν ήταν αλλιώς τα πράγματα.

Αλλά τελικά όμως έμεινε μια αίσθηση ουτοπίας. Εγώ την νύχτα πριν αρχίσουν τα τανκ που έγινε η μεγάλη διαδήλωση στην Πατησίων και κατέβαιναν τα παιδιά, αυτή η γνωστή φωτογραφία που κατεβαίνουν είχαμε ανέβει επάνω στην πόρτα αυτή που έριξε το τανκ με τον Νίκο τον Γκουσταφανάκη και με κάτι άλλα παιδιά και με τον Γαβρήλ και με αυτούς και καπνίζαμε και χαζεύαμε την εξέγερση μέσα στην Πατησίων με αυτό τον κόσμο που κατέβαινε. Έτσι κάπως σαν μια επανάσταση. Όταν αρχίσανε και πέφτανε τα πιστολίδια κατεβήκαμε βέβαια. Αλλά εκείνο το βράδυ αυτή την αίσθηση την θυμάμαι ακόμα.

Ήταν ουτοπική. Δηλαδή δεν είχα ξανά δει τέτοιο πράγμα. Και μετά και τότε συνειδητοποιήσαμε ότι είμαστε και από εκείνους που το κάναμε αυτό το πράγμα. Δηλαδή ήταν λογικό ας πούμε να μην υπάρχει. Μετά ανέλαβαν τα πολιτικά κόμματα να διαχειριστούνε και τα συναισθήματά μας και τις απόψεις μας και τα όνειρά μας και οτιδήποτε. Κι έτσι θα έπρεπε να γίνει άλλωστε. Κάπου αυτό το θέλαμε κι εμείς. Αλλιώς είχαμε στο μυαλό μας την ύπαρξη μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και μιας ιστορίας ομαλοποίησης. Ψιλοαπογοητευτήκαμε διάφοροι με τα διάφορα ανάλογα με το είχε κανείς στο μυαλό του. Αλλά γενικότερα όλοι δεν περάσαμε εκείνο το βράδυ στην ανατροπή με τον ένοπλο και τις διάφορες βλακείες που ήρθαν και μετατρέψανε σε μαγαζιά οι διάφοροι τύποι μετά στην μεταπολίτευση.

Είχαμε την αίσθηση ότι υπάρχει θέμα πολιτικού αδιεξόδου. Κι αυτό το πράγμα δεν μπορεί να λυθεί παρά με αποκατάσταση δημοκρατικών διαδικασιών. Γιατί αλλιώς δεν μπορεί να γίνει. Δεν μπορεί να προχωρήσει αυτό το πράγμα. Εγώ πιστεύω ότι ούτε ένας από αυτούς που πήρε μέρος στην εξέγερση με ότι κατάλαβε ο καθένας και με το ότι υπέστη ο καθένας ούτε ένας δεν σκέφτηκε μετά κάτι άλλο. Ή κι εκείνο το βράδυ ακόμα δεν σκέφτηκε κάτι άλλο. Παρά μόνο την εξέλιξη δηλαδή αυτής της διαδικασίας. Την απομάκρυνση της Χούντας ας πούμε.

Όλα τ' άλλα που σκεφτήκανε όποιοι τα σκεφτήκανε είναι μεροληψίες που τις σκεφτήκανε εκτός Ελλάδος και εκτός Αθηνών. Δηλαδή οι άνθρωποι που στην συνέχεια επιχείρησαν να καπηλευτούν και την ημέρα και την επέτειο και το νόημα και τον αντιστασιακό αγώνα και όλα αυτά τα πράγματα είναι απόντες. Δηλαδή θυμάσαι εδώ που στο είχα πει σε ανύποπτο χρόνο αυτό. Δεν μπορεί να πήρανε μέρος. Ο άνθρωπος ο οποίος θα έπαιρνε μέρος σε μια τέτοια ιστορία δεν μπορεί να σκεφτότανε να καταστρέψει την ομαλότητα ύστερα από μια διαδικασία εκδημοκρατισμού.

Ήταν άνθρωποι οι οποίοι δεν πήραν μέρος. Δηλαδή ούτε απέξω δεν έχουν περάσει. Μπορεί ορισμένοι από αυτούς να ήταν πιτσιρικάδες. Να ήταν αγέννητοι ακόμα. Αλλά οι μεγάλοι που είχαν την δυνατότητα ήταν μεταξύ Πιάτσα Ματζόρε στην Ιταλία και Σιτέ και κάτι τέτοια. Δηλαδή άνθρωποι που δεν είχαν καμία σχέση ποτέ. Τώρα βέβαια, τότε μια ζωή δέρνονταν και ντρεπόντουσαν γιατί έγινε η επανάσταση χωρίς να είναι παρόντες είναι μια άλλη ιστορία. Αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Θα τους δέρνουν ακόμα. Θα το έχουν ακόμα αυτό το πράγμα.

Αλλά δεν τέθηκε ποτέ το θέμα ένοπλης...

Τι ένοπλη; Παρότι μέσα εκεί είχαμε πάρα πολλά παιδιά που είχαν εμπειρία στρατιωτικής θητείας. Πρώτα-πρώτα όσοι είχαν εμπειρία στρατιωτικής θητείας είχανε και αντίληψη του τι σημαίνει αυτό το πράγμα. Του τι σημαίνει δηλαδή. Ξέρεις η Χούντα ήταν παντοδύναμη. Μην λέμε αστεία τώρα. Εδώ και μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας υπήρχε και άρχισε να κάνει το πραξικόπημα της πυτζάμας. Δεν ήταν αστεία. Ο μισός στρατός ήταν ελεγχόμενος από την δικτατορία. Το ένοπλο δεν κουβεντιαζότανε. Δεν κουβεντιαζότανε γιατί δεν είχε νόημα.

Άνθρωποι που είχαν πάρει μέρος σε μαζικό κίνημα μια διαδικασία ενός χρόνου, ενάμιση χρόνου είχανε δει τις ιδέες τους να τις βάζουν στις μάζες και να γίνονται αποδεκτές και να γίνεται συσπείρωση, τι να τον κάνουν τον ένοπλο; Άσε που τότε δεν κάνεις συσπείρωση. Εν πάση περιπτώσει δεν αντιμετώπισε ποτέ το κίνημα τέτοια πράγματα. Οι διάφορες μικρές ομάδες αντιδικτατορικές ομάδες με ενέργειες του τύπου των βομβών και αφίσες και διάφορα μικρά πράγματα, με την έννοια αυτό να γίνει γνωστό στην Ευρώπη, όχι να συνειδητοποιηθεί ο Ελληνικός λαός.

Ο Ελληνικός λαός ήξερε ότι έχει δικτατορία. Αλλά να τονώσουν μια ελπίδα. Ότι κάτι κινείται. Κάτι υπάρχει. Με την έννοια όμως όχι της τρομοκρατίας. Με την έννοια του να γίνεται ξέρω εγώ μια βόμβα που θα έπεφτε σε ένα μαγαζί ένα βράδυ. Αυτά για το ότι υπάρχει κάποια κατάσταση εδώ. Αυτό είναι. Αυτή η αντίληψη. Μέχρι εκεί έφτασε. Το αντιδακτατορικό κίνημα έκανε γνωστό με διάφορες ενέργειες μεμονωμένες που δεν ήταν μεμονωμένες, ήταν για να σε οργανώσουν αυτές, έκανε γνωστό ότι υπάρχουμε εδώ πέρα. Ότι δεν κοιμόμαστε εδώ πέρα. Ότι δεν είμαστε κάφροι. Δεν βαράνε παλαμάκια στον Πατακό από το πρωί μέχρι το βράδυ. Ότι υπάρχουμε ας πούμε. Με αυτό το νόημα. Όχι με το νόημα του ενόπλου. Με την έννοια ότι θα χτυπήσουμε τον οργανωμένο στρατό εδώ με τέτοια και ιστορίες. Δεν υπήρχε κάτι τέτοιο στην Ελλάδα.

Μετά την εμπειρία του εμφυλίου τελείωσε αυτή η ιστορία. Κι έχει τελειώσει έτσι κι αλλιώς. Κυρίως όμως εκεί έγινε συνείδηση και σε παιδιά που δεν είχαν την εμπειρία του εμφυλίου. Δηλαδή κανένα παιδί, εσύ τα έζησες ότι και να σκεφτόμαστε ότι και να λέγαμε σαν νέοι αυτό το πράγμα δηλαδή το περί κουμπουριού και Ρομπέν των Δασών και τα λοιπά, δεν το σκέφτηκε ποτέ κανείς. Και δεν μπορούσε να το έχει σκεφτεί. Γιατί αν το είχε σκεφτεί δεν θα είχε πάρει μέρος στο μαζικό κίνημα. Απλά πράγματα. Ο άνθρωπος που παίρνει μέρος στο μαζικό κίνημα δεν μπορεί να μπει σε τέτοια λογική. Ούτε μπορεί να κλειστεί σε κάποιο υπόγειο από κάτω και να κοιτάει τα περίστροφα και να βγει έξω και να κάνει επανάσταση.

Θα έβαζε τα γέλια ο κόσμος ο οποίος θα καλούσε να κάνει την επανάσταση. Αυτό ήταν. Δεν μπήκε ποτέ τέτοιο πράγμα. Τώρα το ότι μετά οι κοπανατζήδες, οι απόντες και οι διάφοροι μυστήριοι επεχείρησαν να εκμεταλλευτούν το όνομα αυτό, ήταν όντως μια λαθρεμπορία. Δηλαδή μια σπέκουλα άγρια. Δηλαδή η μεγαλύτερη προβοκάτσια στην εξέγερση του Πολυτεχνείου έγινε το πώς χρησιμοποίησαν τον κύκλο ή την εξέγερση για προσωπικά αυτά και για ενέργειες αυτού του τύπου. Γιατί και διάφορα κόμματα χρησιμοποίησαν αυτές τις ιστορίες. Περί δέκα επτά Νοέμβρη, της εξέγερσης και τα λοιπά για να φτιάξουν προσωπικό να το εκμεταλλευτούν, να βγάλουν βουλευτές και τα γνωστά.

Ο μεγάλος κίνδυνος του Πολυτεχνείου είναι αυτός. Σε ανάμνηση της εξέγερσης της νεολαίας. Αυτός είναι. Μπορούμε να δούμε αργότερα κάποιους άλλους για άλλους λόγους, για να τσακωθούν οι ομάδες τους να φτιάξουν μια άλλη οργάνωση που να την πουν 17η Νοέμβρη απόγευμα. Αυτό όμως δείχνει και το πόσο σημαντική είναι αυτή η ημερομηνία. 17η Νοέμβρη. Όχι November seventeen. Για την 17η Νοέμβρη. Το πόσο σημαντικό είναι για τον ελληνικό λαό. Είναι η τελευταία πρόσφατη αυτοσυνείδηση του ελληνικού λαού που περιέχει μέσα του και αισθήματα ντροπής. Έτσι στο Πολυτεχνείο δεν κατέβηκε ο ελληνικός λαός της Αθήνας. Δεν πάει να φώναζε ο Μήτσος στην Αθήνα στο ραδιόφωνο κατεβείτε και τέτοια πήγαν δύο, τρεις χιλιάδες άνθρωποι. Ενώ όλοι οι άλλοι κλαίγανε στα ραδιόφωνα.

Ανοίξανε βέβαια τις πόρτες τους όλα αυτά τα πράγματα τα γνωστά. Αλλά όλοι οι άλλοι κλαίγανε στα ραδιόφωνα. Και θυμόντουσαν τα δικά τους. Κάτω είμαστε τρεις χιλιάδες άνθρωποι. Και ζήτημα να είμαστε και τόσοι. Αυτή ήταν η ιστορία. Εγώ μου έχει κάνει εντύπωση το γεγονός το ότι από τότε μέχρι σήμερα όταν συναντάω διάφορους και συναντάω πολλούς, που ξέρουν τον ρόλο μου, νιώθουν την ανάγκη πριν μου πουν κάτι να μου πουν τι έκαναν το βράδυ του Πολυτεχνείου.

Και με εκνευρίζει αυτό. Γιατί έχω ακούσει τόσες χιλιάδες ιστορίες για το τι κάνανε εκείνο το βράδυ, πήγαμε εκεί, βάλαμε το ραδιόφωνο, τηλεφωνήσαμε, κάναμε. Τι λέτε βρε παιδιά; Γιατί μου το λέτε; Ντρεπόσαστε; Γιατί μου λέτε αυτό το πράγμα; Και τους έχω σταματήσει. Πια τους λέω μην μου λέτε τι κάνατε το βράδυ του Πολυτεχνείου αλλά τι κάνατε την επομένη ή την προηγούμενη. Το τι κάνατε το βράδυ αφήστε το ξέρουμε τι κάνατε. Ο ελληνικός λαός ήταν στα ραδιόφωνα και τρεις χιλιάδες παιδιά ήταν κάτω. Αυτό κάνανε.

Nα πούμε λίγο για τους καθηγητές, για το κλίμα και για την ΕΣΑ.
.
Υπήρχε αυτή η ιστορία του αθλητισμού. Μέσα στο οποίο επιχειρούσε η Χούντα με τους αλητήριους και με τους διάφορους τύπους τους διορισμένους στις σχολές, επιχειρούσε να δημιουργήσει ένα υποτιθέμενο νεολαιίστικο κίνημα. Αθλητικό-νεολαιίστικο και κάπως έτσι. Και αυτό το κλίμα έχει περάσει. Νομίζαμε ότι είχε περάσει μέσα στο Πανεπιστήμιο. Δεν είχε περάσει όμως. Κι αυτό φάνηκε αμέσως μετά. Το είδα και αυτό το '72 που ήρθα. Μέσα σε ένα μήνα ενάμισι από τον Σεπτέμβρη μέχρι τον Νοέμβρη αυτό είχε ξεφουσκώσει αμέσως.

Τότε είχαν γίνει κάτι αγώνες του Γουέμπλεϋ. Και προσπαθούσανε να εκτονώσουνε αυτό το πράγμα που έβραζε μέσα στους φοιτητές μέσα από τις διαδικασίες του αθλητισμού. Και άρχιζαν για το Γουέμπλεϋ κάτι ιστορίες και τέτοια, να φοράνε κάτι πουκάμισα και τα λοιπά. Τώρα τα παιδιά όλα καταλαβαίνανε ότι δεν είναι το θέμα με το ποδόσφαιρο. Κι αυτό ξεπεράστηκε αμέσως δεν ήταν. Πάρα πολλοί μάλιστα από τους διορισμένους την ασφάλεια στις σχολές ήταν και άνθρωποι οι οποίοι κάνανε αυτή την δουλειά. Διάφοροι διορισμένοι από την ασφάλεια ήταν και αθλητές και διάφοροι τέτοιοι. Είχαν μάλιστα βγάλει και ένα νόμο να διορίζουν στην Διοίκηση των σχολών τους αρίστους.

Τους καλούς φοιτητές και κάτι τέτοια. Κάτι από αυτά τα Χουντικά. Αλλά δεν ήταν κάτι το οποίο άρχισε πολύ. Δηλαδή μέχρι τότε είχαν καταφέρει από το ’68 μέχρι το '72 είχε καταφέρει η Χούντα με τις διαδικασίες τις μιλιταριστικές, ποδοσφαιρικές αυτά, της Αμερικής πρότυπα, είχαν καταφέρει κατά κάποιο τρόπο να ελέγξουν αυτό το πράγμα. Αυτό που είχαν κληρονομήσει τα παιδιά του 114, των Λαμπράκηδων και τα λοιπά. Αυτό το πράγμα προσπαθούσαν να το εκτονώσουν μέσα από διαδικασίες αθλητισμού, μιλιτέρ εμφάνισης, κάτι τέτοια. Αλλά αυτό το πράγμα δεν πέρασε όμως. Δεν πέρασε. Ήταν η πρώτη μεγάλη τους αποτυχία. Δηλαδή εκεί νομίζω ότι άρχισαν να συνειδητοποιούνε ότι με τους φοιτητές δεν τα πάνε καλά. Δηλαδή καταλάβανε ότι δεν δουλεύετε πια η νεολαία. Με κάτι παραστάσεις εκεί στο Ζάππειο με κάτι αηδίες τέτοιες χουντικές. Εκεί δεν μπόρεσε να γίνει τίποτα. Τώρα για ποιο άλλο;

Στου Μαρκόπουλου την συναυλία ήσασταν εσείς;

Όχι.

Θυμάστε τίποτα για την νοθεία;

Ναι, καλά εντάξει. Αυτό ήταν στην αρχή. Αυτό ήτανε μια τεχνική αποκάλυψης. Ήταν η βάση που άρχισε να ξεκαθαρίζει το πράγμα αν πάμε με την φιλελευθεροποίηση τι σημαίνει και αν δεν πάμε με την φιλελευθεροποίηση και την αποκαλύπτουμε τι σημαίνει αυτό; Στη σχολή μας, στην φυσικομαθηματική αλλά κυρίως στην φαρμακευτική. Η φαρμακευτική ήταν η κόκκινης σχολή. Σήμερα είναι εντελώς μπλε. Έτσι να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Και δεν είναι και διαφορετικά. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Είχαμε αποφασίσει να πάρουμε μέρος στις εκλογές που έκανε η Χούντα, να κερδίσουμε τις εκλογές και σε περίπτωση που τις κερδίζουμε θα ήταν μια νίκη του κινήματος, για να γνωριστούμε και μεταξύ μας δηλαδή.

Αλλά σε περίπτωση που δεν τις κερδίζουμε να αποκαλύψουμε την νοθεία γιατί δεν θα τις κερδίζαμε λόγω νοθείας. Κατεβάσαμε κάποιους συναδέλφους για να βάλουν υποψήφιοι. Και εμείς ξέραμε ότι είχαμε μαζέψει τριακόσιους, τετρακόσιους ανθρώπους. Και όταν βγήκαν τα αποτελέσματα είχαν ψηφίσει περισσότεροι υπέρ των Χουντικών εκεί της ασφάλειας από όσους θα ψηφίζανε. Και μπήκαμε μέσα πια θυμάμαι στο χημείο και ανοίξαμε τις κάλπες και βρεθήκανε άλλα ψηφοδέλτια. Και σε άλλες σχολές έγινε αυτό. Τα βρήκανε στις τουαλέτες τα ψηφοδέλτια.

Αυτό όμως στάθηκε το θεώρησε το φοιτητικό κίνημα, ακόμα και οι φοιτητές οι λιγότεροι συνειδητοποιημένοι το θεώρησαν προσβολή. Το θεώρησαν δηλαδή κοροϊδία. Δηλαδή ήταν μια τεχνική αποκάλυψης ότι δεν πρόκειται για φιλελευθεροποίηση πρόκειται για οπερέτα της Χούντας. Αυτό βοήθησε πάρα πολύ στην φυσικομαθηματική σχολή. Αλλά και σε άλλες σχολές βοήθησε. Η αποκάλυψη της νοθείας των εκλογών. Διότι οι χουντικοί είχαν μπει μέσα και καταστρέψανε όλες τις κάλπες και φτιάξανε τα δικά τους. Αλλά βοήθησε αυτό.

Μπήκαμε μέσα όταν έγινε η επιλογή των ψηφοδελτίων και ανακαλύψαμε εκεί πέρα ότι είχαν ψηφίσει περισσότεροι από όσα ήσαν τα μέλη της σχολής κατ’ αρχάς. Είχαν ψηφίσει οχτακόσιοι ενώ είχαν ψηφίσει πεντακόσιοι. Αναλογικά ας πούμε. Τριακόσια ψηφοδέλτια επί πλέον από τα μέλη της που ψηφίζανε. Και όταν ζητήσαμε να δούμε τα ψηφοδέλτια ανακαλύψαμε ότι ήταν ζήτημα να ήταν ζήτημα που ήταν εκατό ψηφοδέλτια που είχαν ψηφίσει την παράταξη των φοιτητών και τα οχτακόσια ψηφοδέλτια θα είχαν ψηφίσει την παράταξη της ασφάλειας.

Καταλαβαίνετε το τι έγινε εκεί πέρα. Δηλαδή αποκαλύφτηκε όλη η ιστορία. Μάλιστα και πάρα πολλά παιδιά που τους είχε βάλει εγκαθέτους η Χούντα δηλαδή ήταν έμμισθοι της ασφάλειας ήταν οι περισσότεροι από αυτούς, δηλαδή παίρνανε ένα πεντακοσάρικο την εβδομάδα. Αυτά ήταν γνωστά που έδινε το σπουδαστικό της ασφαλείας. Δεν το κρύψανε αυτό. Μα στην σχολή την δική μας που ήταν διάφοροι τότε και που είναι και σήμερα συνάδελφοι οι οποίοι δεν το έχουν ποτέ κρύψει. Ήρθε ο Μαρκονίκος, όλοι αυτοί της ασφάλειας και βάλανε τα ψηφοδέλτια τα άλλα. Το ίδιο κάνανε και στην Νομική σχολή κα σε άλλες σχολές. Επειδή η νοθεία ήταν η μόνη λύση που ξέρανε. Ήταν τεχνογνωσία από παλιά αυτή της ασφάλειας. Δεν ήταν και την εφαρμόζαμε όπου την εφαρμόζανε σε υποψιασμένους φοιτητές. Και σε άλλη εποχή και κατά αυτόν τον τρόπο αποκαλύφτηκε και όλη αυτή η οπερέτα της φιλελευθεροποίησης της Χούντας. Του Καντώνα και δεν θυμάμαι και ποιοι άλλοι από αυτούς.

Οι σχέσεις με τους ασφαλίτες;

Αυτή ήταν μια παράξενη σχέση με τους ασφαλίτες. Κοίταξε σε όλες τις περιπτώσεις των διωκομένων οικοδομείται μια παράξενη ψυχολογική σχέση. Αυτή η κλασική σχέση. Όσο είμαστε εμείς γνωστοί γιατί ήταν όλα δημόσια κεφάλαια αλλά τόσο ήταν και η ασφάλεια γνωστή. Εκτός από ορισμένους κάτι ψιλοχαφιέδες που ήταν μέσα στις σχολές. Κυρίως το σπουδαστικό της ασφαλείας δηλαδή ο Κανούσης, ο Μπάμπαλης, ο Μαρκονίκος όλοι αυτοί ήταν γνωστοί άνθρωποι. Έρχονταν στην σχολή. Δηλαδή εγώ μια φορά έκανα εργαστήριο. Θυμάμαι ήμουν σε κάποιο εργαστήριο στην αρχή. Δίπλα μου ήταν ένας με άσπρη μπλούζα και κάτι έκανε και του λέω βρε συνάδελφε ρίξε μια ματιά για να τελειώσω.

«Τι συνάδελφε ρε μου λέει» και ήταν ο Μαρκονίκος της ασφάλειας και φορούσε την μπλούζα. Ήταν μέσα. Άλλη μια φορά μπήκαμε στο ασανσέρ του χημείου μαζί με τον Γαβριήλ. Για να βρεθούμε στον τέταρτο, για εργαστήριο. Και ήρθε και ένας κύριος μέσα. Εγώ δεν ήξερα ποιος είναι αυτός ο κύριος. Ο κύριος αυτός ήταν ο Κανούσης. Της ασφαλείας. Ο Γαβριήλ τον ήξερε. Αλλά για να βρει τρόπο να μου δώσει να καταλάβω ποιος είναι κάνοντας δήθεν χιούμορ λέει: «Καλά το όπλο ποιος το έχει τώρα;» τρελό. Και γυρίζει ο άλλος και του λέει. Το έχω εγώ τώρα. Τότε κατάλαβα εγώ ότι ανέβαινα με τον ασφαλίτη επάνω. Αυτά ήταν γνωστά. Η ασφάλεια ήταν μέσα στα γραφεία των καθηγητών. Παντού. Παντού ήταν η ασφάλεια. Και ήταν φανερή όμως. Πάρα πολλές φορές μετά από τις συγκεντρώσεις απέξω από τις σχολές και τα λοιπά είμαστε γνωστοί εμείς αλλά ήταν γνωστοί και οι υπεύθυνοι για την δίωξη την δική μας.

Ξέρανε ποιοι είμαστε. Άλλωστε αυτό το αποδεικνύανε και οι μετέπειτα κατάλογοι. Η ασφάλεια τα ήξερε όλα. Δηλαδή δεν υπήρχε τίποτε στο φοιτητικό κίνημα που να μην είναι γνωστό. Και να μην έχει γραφτεί σε χαρτιά. Δεν ήταν κρυφό το φοιτητικό κίνημα. Αυτή είναι και η μεγάλη επιτυχία του. Δεν ήταν κρυφό. Δεν ήταν αυτή η αντίληψη του κρυφού να κατέβει ο κόκκινος στρατός και τα λοιπά και διάφορες τέτοιες ιστορίες. Ήταν φανερό. Και γι αυτό δεν μπορούσε να ανδρωθεί. Η Χούντα προσπαθούσε μέσω της τυφλής βίας και της τρομοκρατίας να οδηγήσει τον λαό σε αφασία. Δηλαδή να μην μιλάς. Να μην αντιδράς. Εδώ δεν μπόρεσε να το κάνει αυτό. Δεν μπόρεσε να το κάνει και λόγω ιδιοσυγκρασίας των ελλήνων και λόγω της προϊστορίας και λόγω των προσωπικών τους αντιθέσεων που είχαν και αυτοί.

Δηλαδή δεν ήταν εύκολο αυτό το πράγμα. Είχαν διαλέξει λάθος χώρα για να κάνουν πραξικόπημα. Δηλαδή όσο και αν πέτυχε και αν κάτσανε τα έξι εφτά χρόνια ήταν λάθος η χώρα. Δηλαδή θα μπορούσαν να το κάνουν σε άλλη χώρα με άλλη πολιτική κουλτούρα και με άλλο ψυχισμό. Εδώ δεν μπορούσε να γίνει αυτό. Και γι αυτό τον λόγο και δεν πέτυχαν.

Πείτε μας για την ΕΣΑ. Πώς σας πιάσανε;

Αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Τώρα λοιπόν είχε πια παρθεί η απόφαση να χτυπηθεί το κίνημα. Και να χτυπηθεί με διαδικασίες συλλήψεων. Βρισκόμαστε ένα βράδυ στην Καισαριανή. Με διάφορους. Και είχαμε τόσο κουραστεί από το καθημερινό τρέξιμο με τις συνελεύσεις και με την βαβούρα και με όλα αυτά που καταλαβαίνεις ότι θέλαμε να ξεκουραστούμε. Εγώ είχα κάνει στρατό πριν. Και εκείνο το βράδυ συζητούσαμε και είπα τώρα παιδιά θα με βόλευε να πάω κάνα δυο μήνες στρατό. Να την αράξω να ξεκουραστώ. Ήπιαμε τα κρασιά μας και κατά τις δύο ώρα πήγα σπίτι. Και επειδή είχα πιει και λίγο κρασάκι έπεσα και κοιμήθηκα. Στις τρεις ώρα χτυπάει η πόρτα και ήμουν με την αδελφή μου.

Ανοίγει η αδελφή μου και μπαίνει μέσα ο Πεταλάς με δυο Εσατζήδες. Ο Πεταλάς ήταν ένας Ταγματάρχης εκεί. Και ξυπνάω είχα πιει κιόλας λίγο. Και βλέπω έναν με το πιστόλι από πάνω στο κρεβάτι. Μου είχε δώσει την προηγουμένη το βράδυ ο Γιώργος ο Κοτανίδης το οργανόγραμμα της οργάνωσης. Και διάβαζα οργανική χημεία εγώ εκείνες τις μέρες για να δώσω το μάθημα της οργανικής χημείας. Και το είχα μέσα στην οργανική. Σηκώνομαι επάνω, ντύσου και τα λοιπά. Όπως με πήγαιναν να με κατεβάσουν στην σκάλα ήταν η αδελφή μου και της είπα την οργανική μόνο.

Γιατί ήταν μέσα το χαρτί. Κατεβαίνοντας λοιπόν τα σκαλιά ήταν μαζί. Ο Μπέλος είχε έρθει και με είχε συλλάβει. Ο Πεταλάς ήταν μετά. Ήταν μέσα ο Μπέλος τρεις Εσατζήδες και δίπλα ήταν ο Γιώργος ο Παριανός. Τον είχαν πιάσει ποιο νωρίς και τον είχαν φέρει στο σπίτι για να χτυπήσει εκείνος την πόρτα να ανοίξω, μην τυχόν αντιδρούσα. Αλλά άνοιξε η πόρτα από την αδελφή μου δεν χρειάστηκε ο Παριανός. Μπαίνω μέσα είχανε μείνει στην τσέπη μου είχα ένα πακέτο τσιγάρα που το πήρα μαζί μου φεύγοντας. Και με το στρες και το άγχος πήγα να βγάλω το τσιγάρο να το ανάψω. Τον σκουντάω και τον Παριανό αμίλητος αυτός. Αυτός είχε φάει ήδη το ξύλο του. Αυτόν τον είχαν πιάσει πιο νωρίς.

Όπως το έβαλα το τσιγάρο στο στόμα γύρισε ο Εσατζήτης μου το έπιασε ο Εσατζήτης και μου το πέταξε έξω. Λέω τι είναι αυτό, τίποτα ο Παριανός. Δεν καταλαβαίνω. Αυτοί αμίλητοι. Μπαίνουμε στην Κερασούντος και φτάνουμε Κερασούντος και Βασιλίσσης Σοφίας για να στρίψουμε μπροστά και να πάμε για Μεσογείων. Και στρίβω αριστερά. Οπότε κατάλαβα είδα και τον Παριανό αμίλητο φτάνουμε μπροστά στο ΕΑΤ κατεβαίνει ο Παριανός, κατεβαίνω κι εγώ. Είναι τα γραφεία αυτά που είναι εκεί τώρα έχει φτιαχτεί κάποιο μουσείο εκεί. Ανεβαίνω τα σκαλιά και μπαίνοντας αριστερά ήταν ένα γραφείο. Μέσα καθόταν στο γραφείο ένας τύπος βλογιοκομμένος.

Κοιτάω επάνω μπροστά του είχε μια πινακίδα που έλεγε Ταγματάρχης Χατζηζήσης Διοικητής. Εγώ όταν τον είδα βλογιοκομμένο νόμισα ότι ήταν ο Θεοφιλογιαννάκος γιατί είχα δει μια φωτογραφία του στο εξωτερικό. Και λέω ο Θεοφιλογιαννάκος είναι αυτός. Μου λέει εσύ είσαι ο Διονυσάκης; Του λέω εγώ είμαι. Καλά μου λέει. Κι εκείνη την ώρα με αρπάζουν δυο σηκωτό και με βγάζουν στον διάδρομο. Πάνω εκεί κατέβηκε κι ένας παπάς. Ντυμένος με ράσο από μια σκάλα. Και άρχισε να πέφτει. Μετά έχω μάθει ποιος είναι αυτός ο παπάς. Τώρα δεν ξέρω αν πρέπει να το βγάλω. Έχω μάθει αλλά δεν είμαι σίγουρος. Κατά πόσο θυμάμαι ήταν εκείνος ο Ψωμιάδης της ΑΕΚ.

Το έχει δεχτεί αυτό και άλλες φορές. Μου φαίνεται πως υπηρετούσε εκεί. Ή κάποιος άλλος που είχε πατέρα παπά και είχε το ράσο. Με μπάζουν μέσα από εκεί που ήταν τα κελιά και με βάζουν στο πέντε. Πήραν κορδόνια όλα αυτά τα πράγματα κι έρχεται ύστερα ο Μπέλος με τον Πεταλά είχαν έρθει και είχαν κάτι χαρτιά που γράφανε τις συλλήψεις και όλα αυτά. Και μου λέει το τηλέφωνο του σπιτιού σου. Εγώ είχα πάθει τέτοιο σοκ που δεν θυμόμουν το τηλέφωνο του σπιτιού μου. Λέω ότι δεν το θυμάμαι. Νόμιζαν ότι κάνω αντίσταση εδώ. Και μου ρίχνουν ένα μπερντάχι εκεί πέρα για την αντίσταση που είχα. Εγώ από το σοκ δεν μπορούσα να θυμηθώ.

Είχα βρεθεί από το κρεβάτι μισοπλυμένος στο ΕΑΤ. Και μετά άρχισαν να μπαίνουν κάθε βράδυ και μετά οι ανακρίσεις τα γνωστά του τσάι πάρτι με φρυγανιές μου έκαναν τριάντα δύο μέρες ανάκριση. Και μέσα ήταν και τα άλλα παιδιά στα διάφορα κελιά. Μετά μας κουβαλήσανε στο Ρέντη και μας πήγαν στο… μέχρι την αμνηστία που βγήκαμε. Το ξύλο μέσα και αυτά τα είπαμε και στο στρατοδικείο ύστερα και τα γνωστά, αυτή η βαρβαρότητα. Η οποία ήταν μια βαρβαρότητα που την είχαν και παραγάγει στα παιδιά αυτά, στους διάφορους τύπους. Γιατί εκεί υπήρξαν μεγάλες ιστορίες που έγιναν. Υπήρξαν άνθρωποι που ήταν εντάξει, υπήρξαν παιδιά που υπηρετούσαν την θητεία τους και μας φερθήκανε καλά. Είναι μια μεγάλη ιστορία η ιστορία της φυλακής.

Το μπερντάχι και το ξύλο ας πούμε. Εν πάση περιπτώσει εκεί μου είχαν σπάσει δόντια και τα λοιπά. Εκεί τελικά το ξύλο το ευχαριστήθηκα όμως, ναι το ξύλο που έφαγα την Τετάρτη Αυγούστου. Μας είχαν στο Ρέντη. Και το βράδυ της Τετάρτης Αυγούστου γινόταν κάποιο πανηγύρι εκεί στο Δαφνί. Εκεί είχαν πιάσει οι Εσατζήδες κάτι λοκατζήδες που είχαν μεθύσει. Και τους είχαν ρίξει το μπερντάχι τους. Και τους φέρανε ύστερα στο Ρέντη και τους βάζανε στα διάφορα κελιά που είμαστε σε απομόνωση εμείς. Εκεί ήταν ο Μιχάλης ο Μπατακάκης, ο Βερνίκος εκεί ήταν όλοι. Επί τη ευκαιρία όμως επειδή είχαν κάνει εξάσκηση με τους λοκατζήδες περάσανε να ρίξουν ένα μπερντάχι και σε μας.

Εγώ είχα την εντύπωση ότι μας βαράνε επειδή είναι Τετάρτη Αυγούστου. Αυτοί δεν μας βαράγανε γι αυτό αλλά ήταν για λόγους εξάσκησης. Και του λέω την άλλη μέρα του Σαμπατακάκη εκεί με τα σημειώματα. Του λέω φάγαμε για το αυτό. Όχι μου λέει. Ήταν μεθυσμένοι οι λοκατζήδες και επί τη ευκαιρία ρίξανε και ένα ξύλο στα κελιά. Εντάξει εκείνες οι ιστορίες της φυλακής είναι τρομερές ιστορίες. Και τα δικά μας ήταν μόνο ξύλο. Μόνο ξύλο. Υπήρχαν άνθρωποι άλλοι που περάσανε πολύ περισσότερα πράγματα. Ξύλο και φάλαγγα και τα γνωστά που κάνανε σε μας. Τα οποία δεν είχαν σκοπό να μάθουν τίποτα πάρα πάνω. Το 90% ήταν γνωστό της δράσης μας.

Ήταν αυτό που έλεγε ο Χατζηζήσης όταν με χτύπαγε. Εμένα με έβαλε ο Χατζηζήσης σε μια φωτογραφία του Παπαδόπουλου εκεί πέρα και έκανα την προσευχή μου. Εκεί στραβοκοπήθηκα και έμεινα γονατιστός για να γίνω καλό Ελληνόπουλο και τα γνωστά. Ότι από εδώ μέσα θα βγεις η τρελός ή καλό Ελληνόπουλο. Όσον αφορά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ρε παιδί μου. Έβαζαν τις φωνές και τα λοιπά και είχα φάει τον περίδρομο. Δηλαδή το ένστικτο της αυτοσυντήρησης σε κρατάει. Θυμάμαι μόνο τότε με τον Μήνη ήταν το άσχημο. Ένα βράδυ δυο φορές έγινε πλάκα. Ένα βράδυ μπήκαν μέσα και ήταν μόνο Κομουνιστές εκεί κάτω. Δεν υπήρχε άλλη κατηγορία.

Κομουνιστές κι επικίνδυνοι μάλιστα. Και αρχίζουν να πλακώνουν τον Τάσο τον Μήνη που ήταν στο δίπλα κελί. Ο οποίος ήταν ταξίαρχος της αεροπορίας και είχε πολεμήσει στον εμφύλιο. Δεν ήταν κομμουνιστής ο άνθρωπος είχε και από πίσω του μια ιστορία. Και άρχισε να πέφτει το ξύλο με το γκλοπ. Τον έλεγαν κομμουνιστή και κομμουνιστή και κάποια στιγμή του την είχε δώσει του ανθρώπου και αρπάζει ένα γκλοπ από δαύτους και κάνει μια επίθεση σε έναν Εσατζή. Και αρχίζει και λέει εμένα θα με πεις κομμουνιστή και διάφορα άλλα. Και άλλα τέτοια ας πούμε. Και λέμε μετά τρελός είναι ο άλλος; Αυτό είναι το πρώτο. Και το δεύτερο ήταν με τον παππού. Εδώ στο ΚΕΣΑ έτυχε να φέρουν, βρήκαν μέσα δηλαδή τους αξιωματικούς του ναυτικού.

Εκεί στο κελί στο δύο υπήρχε μια τρυπίτσα. Όλοι ξέρανε τις τρύπες που είχαν οι πόρτες στα κελιά. Όταν μας αλλάζανε κελιά ξέραμε αυτό το κελί από πού κοιτάει. Ήταν η τουαλέτα εκεί πέρα. Ήταν η τουαλέτα απέναντι. Η τουαλέτα δεν είχε πόρτα. Αλλά από το κελί του δύο φαινόταν ακριβώς η τουαλέτα. Μια φορά μας αλλάξανε το κελί και με πήγανε στο τρία στο δύο ήταν ο Τζουμάκας και βάλανε στο δικό μου το κελί τον Μουζάκη τον Μανόλη. Τον αξιωματικό του ναυτικού. Μας έβγαζαν στην τουαλέτα έναν, έναν γιατί ήταν απομόνωση. Το να με πηγαίνουν στην τουαλέτα μια φορά την ημέρα να κάθεσαι και να ξέρεις ότι από εκείνη την τρυπίτσα σε βλέπει κάποιος είναι φοβερό αυτό το πράγμα.

Εγώ προσπαθούσα κάθε φορά να ενεργηθώ ή να κάνω κάτι και έκανα και κάτι νοήματα να μην κοιτάει. Ο Μανόλης βέβαια, μετά έμαθα ότι ήταν ο Μανόλης. Κοιτούσε να δει ποιος είναι ο κρατούμενος για να ξέρουμε τι μας γίνεται. Αυτό ήταν δράμα. Όταν με ξανά πήγαν σε εκείνο το κελί άκουγα που κάθε φορά έβγαζαν έναν και τον έλεγαν Παππού και Παππού και Παππού. Ήταν ένας μεγάλος άνθρωπος με ένα κοντό παντελόνι άσπρο και ένα πουκάμισο άσπρο. Αλλά μεγάλος, ηλικιωμένος άνθρωπος. Νόμιζα και εγώ ότι θα είναι κανένας κομμουνιστής από το εξωτερικό που τον έχουν πιάσει σε κάποια τέτοια περίπτωση και άκουγα παππού και παππού και παππού.

Βγήκαμε πήραμε την αμνηστία. Βγήκαμε. Όταν άρχισε η δίκη των βασανιστών πήγαμε κάτω να καταθέσουμε για να καταθέσουμε σαν μάρτυρες. Καθόμουνα με τον Στέφανο τον Τζουμάκα και με κάτι άλλους και περιμέναμε που ερχόντουσαν οι μάρτυρες και τα λοιπά. Μου λέει ο Στέφανος νομίζω ότι είναι ο παππούς αυτός που ερχότανε. Και βλέπουμε έναν άνθρωπο να κατεβαίνει και να βαράνε προσοχές και τέτοια οι διάφοροι, κάτι αξιωματικοί του ναυτικού να χαιρετάνε και τα λοιπά. Ήταν όντως ο παππούς. Του λέω παππού τι δουλειά κάνεις; Ήταν ο ναύαρχος ο Γκολφόπουλος ο αρχηγός του στόλου ήταν αυτός. «Ναύαρχος είμαι παιδί μου» μου λέει. Όχι ναύαρχος ήμουνα μου λέει και ήταν ο παππούς της φυλακής.

Θυμάστε τι έγινε στην τελευταία συγκέντρωση, πριν τελειώσει η χρονιά το 1972, 1973;

Σε ποια σχολή; Στην δική μας;

Που φωνάξανε «φώναξε ο σκύλος της ΕΣΑ» και μετά μπήκαν και σας πλακώσανε εσάς.

Ναι. Είμαστε μέσα εμείς. Και είμαστε μέσα. Και κάποια νύχτα μέσα στο ΕΑΤ εσείς απέξω είχατε κάνει, η τελευταία αντίδραση του φοιτητικού κινήματος. Μετά τις συλλήψεις και τις στρατεύσεις πάγωσε η κατάσταση. Ήταν τέλη Μάη αυτό. Είμαστε ήδη μέσα εμείς. Και μία νύχτα μπήκαν μέσα και άρχισε το ξύλο. Στο ΕΑΤ ήμουνα εγώ τότε. Μετά μάθαμε μετά από δυο τρεις μέρες κάποιος από αυτούς τι είχε γίνει. Όσοι είχατε μείνει έξω είχατε κάνει μια συγκέντρωση στην Νομική σχολή. Για να διαμαρτυρηθείτε για την σύλληψη και για την στράτευση και για όλα αυτά τα πράγματα γιατί δεν δίνανε κα επισκεπτήρια πια σε μας. Εμείς δεν ξέραμε τι γινόταν. Στα σπίτια δεν ξέρανε που είμαστε. Εμένα η μάνα μου έμαθε μετά από ενάμισι μήνα ότι είμαι στο ΕΑΤ. Εκεί ένας που μετέπειτα έγινε εισαγγελέας ο Κρίθημος τον θυμάσαι;

Έγινε εισαγγελέας στην Λάρισα και μου φαίνεται ότι παραιτήθηκε ύστερα από το δικαστικό και τα λοιπά. Ήταν πια η τελευταία φουρνιά των παιδιών που ήταν ζωντανοί και θέλανε να διαμαρτυρηθούν. Μάλιστα και μια σειρά από κοπέλες είχανε πάει και στην δική μας την σχολή στους καθηγητές να ζητήσουν να δούνε επισκεπτήρια και τα λοιπά και τις είχαν πετάξει έξω. Κάτι που το πληρώσανε στην αποχουντοποίηση. Ο Κρίθημος λοιπόν είχε αρχίσει να λέει εκείνα τα δικηγορικά. Να επιτεθούμε με την σάρισα και κάτι τέτοια νομικά αυτά και εκεί έπεσε για πρώτη φορά «Το φόλα στους σκύλους της ΕΣΑ», εκεί. Μπήκανε εκείνη την ώρα και μας λιανίσανε μέσα. Αυτό ήταν το ξύλο που φάγαμε εξαιτίας σας. Αυτό το ξύλο.

Και τότε σας ήρθε και η απόφαση για την διαγραφή από το Πανεπιστήμιο.

Ναι για την διαγραφή από το Πανεπιστήμιο. Αυτό είναι μια μεγάλη ιστορία. Τότε μου κοινοποίησαν μέσα, είχε τελειώσει πια η ανάκριση, κάπου τριάντα πέντε μέρες μου είχαν απαγγείλει την κατηγορία. Και μάλιστα την ημέρα που μου απαγγείλανε την κατηγορία μου είπαν διάφορα νούμερα. Το μόνο νούμερο που ήξερα εγώ ήταν το 509. Αλλά ήταν και κάτι άλλα. Εσείς είσαστε συμμορία και κάτι τριακόσια τόσο και τα άλλα δεν τα θυμάμαι. Ο Γιώργος ο Παριανός, τα κελιά μας ήταν στο Ρέντη. Ο Γιώργος ο Παριανός του είχανε πάει την πολιτική δικονομία, ένα βιβλίο που κάνανε στην Νομική για να περνάει την ώρα του. Εμένα μου φέρανε τοξικολογία και την πέρασα με δέκα ύστερα.

Εν πάση περιπτώσει. Όταν πήγα κάτω το βράδυ με το τάκα-τάκα τον τοίχο με ρώτησε τι νούμερα μου απαγγείλανε για κατηγορία. Του χτύπησα το 509, το τρία τόσο δεν θυμάμαι, τρία τέσσερα νούμερα. Λέει κοίταξε σε παρακαλώ τι ποινές είναι αυτά τα πράγματα. Η συνεννόηση από τον τοίχο δηλαδή. Και κατά τις πέντε το πρωί μου χτυπάει και μου λέει. Για το πρώτο είναι ισόβια, το άλλο είναι τόσο. Εν πάση περιπτώσει μου έβγαζε καμιά ογδονταριά χρόνια κατά συγχώνευση εκτός από τα ισόβια. Και του λέω τι είναι αυτό το πράγμα; Μου λέει αυτά λέει το βιβλίο. Τρελάθηκα. Στο δίπλα κελί ήταν ο Μπουλούκος ο Άρης. Ο οποίος ήταν παλιά καραβάνα από μέσα.

Του χτυπάω και του λέω εδώ ο Παριανός μου βγάζει ένα πράγμα ισόβια και καμιά ογδονταριά χρόνια. Τι είναι αυτό το πράγμα; Σώπα μου λέει. Θα πέσουνε. Ήταν ο άνθρωπος που μου έδωσε κουράγιο εκείνο το βράδυ. Δηλαδή σταμάτησε το μυαλό μου όταν σκεφτόμουνα τα ισόβια και αυτά. Δηλαδή δεν είχα συνείδηση πια. Και μάλιστα γιατί είχε γίνει αυτό. Γιατί ο ανακριτής που μου το είχε διαβάσει μου το είχε παίξει καλός. Δηλαδή παιδί μου εγώ είμαι δικαστικός. Δεν έχω καμία σχέση με αυτά. Με είχε κεράσει και κόκα κόλα και Μάλμπορο τσιγάρο μάλιστα και εν πάση περιπτώσει μου λέει εσύ είσαι καλό παιδί. Πως παρασύρθηκες έτσι; Δεν με είχε πειράξει καθόλου. Και μου είχε δημιουργήσει πρόβλημα φόβου. Με είχε φοβίσει. Γιατί οι άλλοι που έριχναν τις φάπες και χτυπάγανε δεν τους φοβόσουνα.

Εκεί συνέβη και η ιστορία με τον Κουλουμβάκη. Εκεί συνέβη σε εκείνη την ημέρα. Εκεί στην ανάκριση τελικά που μου γράψανε αυτό το πράγμα διάβασε το κατεβατό και υπέγραψα αυτά. Αυτό το κλασικό ότι τα θεωρούμε προϊόντα εν πάση περιπτώσει και επιφυλασσόμεθα στο δικαστήριο. Και μάλιστα μου λέει πρέπει να το γράψετε στο δικαστήριο. Και του λέω το γράφω. Μπαίνει λοιπόν ένας τύπος στο γραφείο μου κουστουμαρισμένος και πήγε σε ένα φοριαμό εκεί. Και πήρε κάποιο έγγραφο. Εγώ δεν τον ήξερα, ούτε ποιος ήτανε. Του λέει αυτός ο ανακριτής. Του λέει είναι ο Μαυρογένης. «Εσείς είστε»; μου λέει. Κολουμβάκης μου λέει λέγομαι. Ταγματάρχης. Δεν ήξερα ούτε είχα ακούσει εγώ το όνομα αυτό. Μου λέει να σας κάνω μια ερώτηση; Δεν έχει καμία σχέση με την ανάκριση είναι παρεμπιπτόντως μια και τυχαία, έτυχε. Δεν πειράζει λέω. Εδώ όλοι ρωτάνε. Μου λέει είσαστε κομμουνιστής; Του λέω ξέρω εγώ, αυτά λέτε εδώ. Τι να πούμε τώρα του λέω. Καλά μου λέει. Ευχαριστώ. Συγνώμη και σηκώθηκε και έφυγε. Αυτός ο τύπος όταν πήγαμε πια στο στρατοδικείο και τον δικάζανε ήταν ο Ταγματάρχης ο Κολουμβάκης αυτός που συνέλαβε τον Παπαδόπουλο. Ιωαννιδικός δηλαδή. Όπου διάβασα και ήταν στο στρατοδικείο τις σπουδές του, ψυχολογικό πόλεμο στην Αμερική και τα λοιπά ήταν δηλαδή αυτός που συνέλαβε τον Παπαδόπουλο ας πούμε.

Τον ρώτησα στο στρατοδικείο. Του λέω θυμάσαι που είχες έρθει και μου είχες ... ναι μου λέει το θυμάμαι. Του λέω γιατί; Ήθελα να δω μου λέει αντέχετε εκεί μέσα; Από περιέργεια δηλαδή. Και μου είχε κάνει αυτό εντύπωση που μπήκε έτσι. Αυτός ο τύπος και η ποιότητα και η ηρεμία του Ανακριτή που μου απήγγειλλε την κατηγορία, ήταν της στρατιωτικής δικαιοσύνης αυτός. Αν ήταν δυνατόν να υπήρχε στρατιωτική δικαιοσύνη. Αλλά αυτό κάνανε αυτοί οι δύο την νύχτα που με γύρισαν στο κελί. Εκεί άρχισα πια να σκέφτομαι, δηλαδή με έπιασε ο τρόμος. Με έπιασε ο τρόμος. Δηλαδή εκεί που δεν είχα φάει ξύλο όταν το καλύτερο πράγμα η ασφάλεια η φυσιολογική ήταν να πέσει ξύλο. Γιατί ήταν φυσιολογική αντίδραση. Εκεί τότε που το παίξανε ήπια και τα λοιπά ήταν ψυχολογική τρομοκρατία ας πούμε που δεν την αντέχεις σε απομόνωση. Κάναμε τρεισήμισι μήνες απομόνωση.

Τρεισήμισι μήνες απομόνωση διαλύεσαι. Κι εκεί λοιπόν τώρα να σου πω για το άλλο, εκεί στο ΕΑΤ ΕΣΑ μου κοινοποιήθηκε ένα έγγραφο που το υπέγραφε ο Κοσμήτορας της Φαρμακευτικής σχολής του Πανεπιστημίου. Το οποίο ήρθε και το κοινοποίησε ο Χατζηζήσης για να λάβω γνώση δηλαδή. Εκεί έγραφε ότι διαγράφομαι από το Πανεπιστήμιο γιατί, θα το διαβάσεις. Αυτό είναι μια ολόκληρη ιστορία. Όταν το είδα του λέω αυτό είναι το λιγότερο. Αυτό έμεινε το έγγραφο αυτό σε κάτι μπογαλάκια που είχαμε. Έπεσε η Χούντα έγιναν όλα αυτά τα πράγματα τα γνωστά. Κάποια στιγμή μετά την μεταπολίτευση το ’81 υπήρχε κάποιο πρόβλημα με την πρυτανεία, με την σύγκλητο της πρυτανείας της Αθήνας για τον καταστατικό χάρτη, για να προχωρήσει να φτιαχτεί το Πανεπιστήμιο.

Με παίρνει τηλέφωνο ο Γιάννης ο Ματζουράνης ο οποίος ήταν Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου τότε. Και μου λέει θυμάσαι αυτό το έγγραφο που σου είχανε κοινοποιήσει στο ΕΑΤ ΕΣΑ; Λέω κάπου πρέπει να υπάρχει στα χαρτιά. Μου λέει μπορώ να το έχω; Μπορούμε να το έχουμε; Του λέω τι να το κάνεις; Αυτός που το υπογράφει ήταν τότε Κοσμήτορας της σχολής που με εντολή του, είναι μου λέει ο νυν Πρύτανης του Πανεπιστημίου. Λέω ελάτε πάρτε το. Μου λέει θα σου τηλεφωνήσει ο Ρωμαίος από το Βήμα. Έρχεται λοιπόν ένα αυτοκίνητο και το πήραν το χαρτί αυτό.

Πάω το απόγευμα να ανοίξω το φαρμακείο, είχα πια φαρμακείο στου Ζωγράφου. Βλέπω ένα κύριο έξω από το φαρμακείο καλοντυμένο μεγάλο άνθρωπο. Μου λέει ο κύριος Μαυρογένης; Μπουζίκας. Είμαι ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου. Ντράπηκα που είδα τον Πρύτανη έξω στο φαρμακείο. Μπήκε ο άνθρωπος μέσα. Του είπα να καθίσει. Δεν ήθελε να καθίσει γιατί έπρεπε να κινείται γιατί είχε κάποιο πρόβλημα με την καρδιά του. Έκατσε ο άνθρωπος στο γραφείο μου και μου λέει ξέρετε αυτό το έγγραφο σας το είχα στείλει με εντολή της Κυβερνήσεως τότε και τα λοιπά και δεν έχω καμία σχέση. Και μάλιστα μου είπε ότι και στα νιάτα του ήταν δημοκρατικός και τα λοιπά και εν πάση περιπτώσει μου λέει ότι ήταν και Πρύτανης του Πανεπιστημίου. Δεν θυμάμαι πια. Και λέω τι νόημα έχει αυτό; Μου λέει αν μπορούσες. Λέω ένα λεπτό να συνεννοηθώ με τους ανθρώπους με τους οποίους τους το έδωσα. Τον πήρα τον Ματζουράνη και μου υπαγόρευσε τηλεφωνικά μια δήλωση ότι τάσσεται ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου υπέρ αυτών που ήταν Κυβέρνηση τότε. Και του λέω κύριε Πρύτανη εδώ από το Υπουργικό Συμβούλιο θέλουν αυτό το πράγμα. Το υπογράφετε; Βεβαίως μου λέει παιδί μου και το υπογράφει.

Το πήρα και το έστειλα στον Ματζουράνη και σηκώνομαι να φύγω κατά τις εννέα ώρα από το φαρμακείο να έρθω στο σπίτι. Έρχομαι εδώ και βρίσκω καθόταν μια κυρία εδώ με την γυναίκα μου η οποία ήταν η σύζυγος του Πρύτανη. Κι εκείνη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου. Με κλάμα κακό και να με παρακαλεί να μην δοθεί αυτό το έγγραφο. Λέω έχει φύγει αυτό και ο κύριος Πρύτανης έδωσε και δήλωση μετανοίας και όλα αυτά τα πράγματα. Είχε ταχτεί και υπέρ αυτών που ήθελε. Ήταν ένας κυβερνητικός εκβιασμός για να τελειώνει αυτή η ιστορία. Και με την υπόσχεση ότι πιθανόν να σωζότανε ο άνθρωπος. Να μην εξετίθετο πια ότι υπέγραφε τέτοια έγγραφα. Βέβαια την Κυριακή βγήκε αυτό το έγγραφο και το άλλο που είχε υπογράψει. Και νομίζω ότι έπαθε κάποιο καρδιακό επεισόδιο ύστερα. Νομίζω ότι έχει πεθάνει κιόλας. Αλλά εν πάση περιπτώσει όλος αυτός ο κόσμος όπως και τότε επιβίωσε έτσι και μετά επιβίωσε. Με αυτούς τους τρόπους. Αυτό το έγγραφο να το πάρεις. Να το διαβάσεις. Μπορεί να κτίσεις ολόκληρη ιστορία γι αυτό. Να το σχολιάσεις κατάλληλα. Θα το βρω εγώ κάτι θα στο δώσω.

Είχαν αποδεχτεί όλη την ιστορία. Εδώ δεν βαρέσανε όταν τους βάρεσε ο Πατακός και ο Παπαδόπουλος την ακαδημία και χειροκρότησαν και έγραψε και ο Βάρναλης το περίφημο ποίημα ότι ανέκραξαν τον ύμνο του παντός προς το μηδέν πέτρινες και πανεπιστημιακές έδρες. Έχει φτιάξει και ποίημα ο Βάρναλης γι αυτά. Του βάρεσαν παλαμάκια. Όταν τους έλεγε ο άλλος τον περίφημο λόγο που έβγαλε ο Παπαδόπουλος στους Ακαδημαϊκούς. Είναι γνωστά πράγματα αυτά. Δεν ξέρω τώρα αν μπορούσαν να αντιδράσουν. Υπήρξαν όμως και διάφορες φωτισμένες περιπτώσεις. Ο Γεωργίου, οι διάφοροι καθηγητές οι δικοί μας που πήγαν και εξορίες. Και μια σειρά από πανεπιστημιακούς που αντέδρασαν. Καλά οι Μαρωνίτηδες και τα λοιπά αλλά οι υπόλοιποι τι ήταν; ʼνθρωποι οι οποίοι είχαν αποδεχτεί αυτή την ιστορία. Δεν ήταν.

Έπειτα πάνε στην μητέρα σας, μετά το Πολυτεχνείο και τι λένε; Την πιάνουν;

Την νύχτα αυτό συνέβη μετά το Πολυτεχνείο ναι. Μετά το Πολυτεχνείο έφυγα εγώ και πήγα στου Ζωγράφου στο ένα σπίτι. Είχε πάρει η αδελφή μου που είχε έρθει και με είχε πάρει από το Πολυτεχνείο ένα μπουφάν που φορούσε και είχαμε βγάλει κάποια στιγμή κατά τις έντεκα ώρα ένα παιδί που νομίζω ότι δουλεύει και στην ΕΡΤ που του είχε χτυπήσει το πόδι. Είχε κοπεί το πόδι, του είχε κοπεί το πόδι και δεν με άφηνε ο φουκαράς. Ήθελε να με πάρει μαζί στο ασθενοφόρο να τον συνοδεύσουμε. Αυτό το μπουφάν κάπου είχε λερωθεί από τέτοιες. Και μετά είχαμε και μια κοπέλα εκεί στο ιατρείο που είχε πάρει ένα διαμπερές. Αυτό το μπουφάν το είχα δώσει στην αδελφή μου και όταν πήγα εγώ στου Ζωγράφου το πήγε σπίτι.

Και το ρίξανε σε ένα κάδο με άπλυτα στο πατάρι του σπιτιού στα Ιλίσια. Στις πέντε ώρα το πρωί, στις έξι δεν θυμάμαι ορμάει ο Πεταλάς μέσα ακινητοποιούν την αδελφή μου με το αυτόματο στο κρεβάτι και σηκώνουν την μάνα μου. Η μάνα μου είναι τώρα εκατό χρονών. Τώρα ήταν εβδομήντα πέντε. Που είναι για να με πιάσουν. Είχα κάνει φυλακή πια με ξέρανε. Τους είπε η μάνα μου νομίζω ότι είναι στην πατρίδα μας κάτω. Έκανε τον ινδιάνο. Και αρχίζουν να ψάχνουν το σπίτι. Στο πατάρι μπροστά υπήρχε μια σόμπα θερμάνσεως. Για να μπορέσεις να ανέβεις στο πατάρι έπρεπε να πατήσεις εκείνη την σόμπα για να ανέβεις επάνω.

Ένας Εσατζής λοιπόν έπρεπε να ερευνήσει και το πατάρι άφησε το περίστροφο πάνω στην σόμπα και σκαρφάλωσε στην σόμπα επάνω για να πιαστεί επάνω. Όταν έφτασε επάνω άκου τρέλα του λέει πρόσεξε θα σου ρίξει λέει η μάνα μου δηλαδή. Και γκρεμοτσακίστηκε εκεί πάνω ο άλλος γιατί νόμιζε πως κρυβόμουνα εγώ επάνω. Και τότε η μάνα μου τους λέει. Εσείς θα τον πιάσετε; Άμα τον πιάσετε; Την πιάνουν και αυτή και την αδελφή μου τις κρατήσανε μια μέρα ακόμα και μετά την αφήσανε. Καταλάβατε δηλαδή. Αλλά θέλω να σας πω για τον Εσατζή που ανέβηκε πάνω στο πατάρι.

Και όταν είστε εσείς στην παρανομία πως προσλαμβάνετε το χαφιέ;

Αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Εγώ ήμουνα σε μια στάνη στην Κρήτη. Στο Λιβυκό πέλαγος. Κάθε βράδυ και κάθε μεσημέρι ακούγαμε τους σταθμούς. Έπρεπε να ακούσω την «Φωνή της αλήθειας» που ήταν στις δύο το μεσημέρι και την «Ντόι τσε βέλε» στις εννιά. Και νομίζω ότι υπήρχε και το «Παρίσι» στις τέσσερις δεν θυμάμαι. Το ραδιόφωνο ήταν η μόνιμη επαφή. Κάποια στιγμή στις δύο το μεσημέρι ανοίγω για να ακούσω «Φωνή της αλήθειας» και ακούω καταγγελία της επιτροπής αγώνα της φυσικομαθηματικής σχολής. Λέω εδώ είμαστε τα παιδιά τα δικά μας. Και ακούω την καταγγελία την γνωστή της Αντιεφέ για μένα. Εκεί τρελαίνεσαι. Γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Είσαι και εκεί πέρα που είσαι τι να αντιδράσεις και πώς να αντιδράσεις;

Από εκεί και πέρα ήταν δραματική η ιστορία μέχρι την μεταπολίτευση. Μέχρι να πάρουμε την αμνηστία ας πούμε. Αυτά από εκεί και πέρα να στα πει ο σύντροφος. Αυτή όμως είχε και μεγάλη συνέχεια. Δεν ήταν μόνο τότε. Δηλαδή το τι έγινε από την στιγμή που το άκουσα μέχρι την μεταπολίτευση είναι το ένα κομμάτι. Από την στιγμή που βγήκα μέχρι και τώρα καμιά φορά τυχαίνει κάποιος ανεγκέφαλος που είναι να θυμάται και τέτοια. Έχουν γίνει φοβερές πλάκες γι αυτά τα πράγματα. Την ιστορία με την γκόμενα που μας την έφαγε ο Ρήγας; Την ξέρεις αυτή; Ήταν ένας Ρηγάς που είχε και μια γκόμενα Κνήτισσα. Δεν θυμάμαι τώρα που είχαμε βρεθεί κάπου στο μουσείο και να αρχίσει να ζυμώνει για τον χαφιέ τον Μαυρογένη της σχολής.

Κι εγώ υποτίθεται ήμουνα, εγώ μπήκα στο παιχνίδι και ήμουνα και εγώ ΚΝΕ ας πούμε που το ήξερα το καθίκι αυτό και να αρχίσει να λέμε και αυτό. Ο Ρήγας όμως ήξερε ποιος είμαι. Και δώσε πάρε και δώσε πάρε της λέω εσύ συντρόφισσα είμαστε ακάλυπτοι με το θέμα. Δεν μας έχουν δώσει από κάτω. «Ναι ρε γαμώτο μου λέει μας έχουν ξεσκίσει στην μαλακία» και δώσε πάρε και μου έλεγε κι εκείνη το αδιέξοδο γιατί είχαν στριμωχτεί και κατηφορίζαμε προς το πεδίο του Άρεως. Εγώ εκείνη και ο γκόμενος ο Ρηγάς. Αφού κάποια στιγμή της λέω να σου δώσω το τηλέφωνο να μην χαθούμε και της έβγαλα την ταυτότητα και της την έδωσα. Αυτή όταν είδε έπαθε πλάκα. Και αντί να την φάμε εμείς την ελιά μας την έφαγε ο Ρήγας.

Θα ήθελα να μας πείτε ξανά για το οργανόγραμμα.

Μου είχε δώσει ένα πρόγραμμα. Κάποια πολιτική που υπήρχε βρε παιδί μου. Η συμφωνία η πολιτική. Δεν θυμάμαι τι ήταν αυτό το πράγμα. Πάντως ήταν κάτι. Καταστατικό; Δεν θυμάμαι. Κάτι τέτοιο. Αυτό που φαινότανε ότι ήταν Ασπε. Έγραφε Ασπέ. Δεν είναι ότι δεν έγραφε. Και αυτό το έβαλα μέσα στην οργανική. Και κατεβαίνοντας στα σκαλιά λέω στην οργανική. Και ευτυχώς που πρόλαβε. Γιατί μετά όταν πήγαν ύστερα και ψάχνανε τα ψάξανε όλα αυτά και τα είχε κάψει η αδελφή μου.

Δηλαδή με το που κατεβήκανε το μάζεψε. Και γι αυτό και ήτανε κλειστό. Εγώ είχα την αγωνία μου όμως ύστερα γιατί δεν ήξερα αν το έχουν βρει ή όχι. Και το τι έχει γίνει. Είδα μετά από είκοσι δέκα πέντε μέρες, τριάντα μέρες ότι δεν έβγαινε κάτι τέτοιο περί ΑΣΠΕ και τέτοια και τα λοιπά και ησύχασα τουλάχιστον από αυτή την μπάντα ας πούμε. Γιατί ήταν το μόνο παράνομο κατά την λογική μου που είχε γίνει. Όλα τα άλλα είχαν γίνει δημόσια. Θα θυμάσαι κι εσύ ότι είχαμε να πούμε το λέγαμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.